ΑΠΟΨΕΙΣ

Ερευνάτε τας Γραφάς

«Σημείον αμφιλεγόμενον» ο Ιησούς, εξαρχής, και «σημεία αμφιλεγόμενα» επίσης τα Ευαγγέλια, αφού άλλοι τα αποδέχονται ως γεννήματα επιφοιτήσεως κι άλλοι ως συγγραφές ανθρώπων, άλλοι ως τεκμήρια πίστεως και καταθέσεις ομολογίας και άλλοι ως ελέγξιμες και ελεγκτέες πηγές πληροφοριών για συμβάντα για τα οποία ελάχιστα στοιχεία δόθηκαν από «εθνικούς» ή Εβραίους» ιστοριογράφους. Οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα ευαγγελικά χωρία που περιγράφουν το ίδιο επεισόδιο ή το ίδιο πρόσωπο επιβάλλουν την «εποχή», τον σκεπτικισμό, τουλάχιστον στους ιστορικούς, που δεν μπορούν να υιοθετήσουν σαν μέθοδο το «πίστευε και μη ερεύνα».

Καθόλου τυχαίο δεν είναι το ότι η Μαρία η Μαγδαληνή στάθηκε αφορμή για τη δημιουργία θρύλων ιδιαίτερα ανθεκτικών στο χρόνο που έθρεψαν την έμπνευση πολλών ζωγράφων και λογοτεχνών διεθνώς, με κορυφαίο ίσως τον «μεταφυσικό» Φλαμανδό νομπελίστα Μωρίς Μαίτερλινκ. Οι ειδήσεις που την αφορούν, όσες εντοπίζονται στα κανονικά Ευαγγέλια, δεν αποσαφηνίζουν την παρουσία της, άλλωστε με το όνομα Μαρία αναφέρονται και άλλες γυναίκες που ακολουθούσαν τον Ιησού. Από πολύ παλιά, λοιπόν, άλλοι ερευνητές ταυτίζουν τη Μαρία από τα ταπεινά Μάγδαλα της Γαλιλαίας (από την οποία ο Χριστός είχε εκβάλει εφτά δαιμόνια) με την αμαρτωλή γυναίκα που είχε αλείψει με πολύτιμο μύρο τα πόδια του Ιησού, σε μια εκδήλωση υπέρτατης λατρείας, και άλλοι με την αδελφή του Λαζάρου. Οριστική ταύτιση δεν φαίνεται πιθανό να υπάρξει, παρεκτός και ενστερνιστούμε σαν στάση απέναντι στα γράμματα (ιερά και ανθρώπινα) και τα ιστορημένα πράγματα το «μή μου άπτου» που απηύθυνε ο Ιησούς στη Μαγδαληνή, όταν τον είδε, πρώτη αυτή, αναστημένο.

Ο άνθρωπος, ως ον που δεν αισθάνεται μόνο αλλά και συλλογίζεται, δεν μπορεί παρά να πραγματώνει την εντολή «ερευνάτε τας Γραφάς», για να αναιρεί αμφιβολίες, να διακριβώνει, να σαφηνίζει. Το ότι στο πλαίσιο των αναζητήσεων αυτών εμφιλοχωρούν και σελίδες δημαγωγικής ελαφρότητας, λογοτεχνικώς ανυπόληπτες, που πρώτο στόχο τους θέτουν τη λαϊκιστική πρόκληση και δεύτερο το κέρδος, δεν επιτρέπει την ιεροεξεταστικής καταγωγής απαγόρευση, τα αναθέματα, τη λογοκρισία εις βάρος συγγραφέων ή δημοσιογράφων. Οταν η χριστιανική Εκκλησία, δυτική και ανατολική, δηλώνει απειλούμενη από κατασκευάσματα σαν τον «Κώδικα ντα Βίντσι», που απλώς αναδιευθετούν παλαιότατους, ξεθυμασμένους θρύλους, είναι σαν να υπονοεί πως δεν εμπιστεύεται απολύτως ό,τι κηρύσσει, δεν εμπιστεύεται την αλήθεια και την ισχύ του. Αλλά φαίνεται ότι οι απλές σκέψεις δεν βρίσκουν χώρο να υπάρξουν όταν επικρατεί η «ιερά οργή».