ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα εν ταβερνείω, εν δήμω…

Δεν χρειάζονται τα ονόματα, γιατί σημασία έχει το φαινόμενο, απροκλήτως μάλιστα εκδηλωμένο, κι όχι ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές του στη γυάλινη σκηνή. Στη θέση των δύο θα μπορούσαν να βρίσκονται πολλοί ακόμα από το κλαμπ των «επωνύμων», όπου συχνάζουν πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και άλλοι τινές, που απευθύνονται ο ένας στον άλλον με το μικρό του (παρεκτός και εκνευρίζονται ιδιαίτερα), μαλώνουν και σε μισή μέρα ξαναφιλιώνουν, είτε επειδή έχει ανάγκη ο ένας τον άλλον, σ’ αυτό το ατέλειωτο αλισβερίσι της δημοσιότητας, είτε επειδή τα αισθήματά τους είναι αβαθή σαν τις λέξεις τους.

Ενας πολιτικός, λοιπόν, που διετέλεσε υπουργός όταν το κόμμα του εξουσίαζε, και ένας μεγαλοδημοσιογράφος αντιδικούν, από το μετερίζι του τηλεπαράθυρού του ο καθένας, στη διάρκεια ενός δελτίου ειδήσεων των οχτώ. Σε προηγούμενες εκπομπές ο δημοσιογράφος, από τους υπερεπωνύμους (τόσο που να αρκεί το μικρό του όνομα) και τους υπερρυθμιστές του δημόσιου βίου, είχε επιτεθεί εναντίον του «πανάθλιου» κόμματος του συνομιλητή του, αναφερόμενος σε «λαμόγια» κ.τλ. O πολιτικός επιχειρεί να τον αντικρούσει, λέγοντας πως όλα αυτά είναι άδικα και κατεδαφιστικά. Απτόητος ο δημοσιογράφος, τον απειλεί: «Θες να πω εδώ όσα μου έχεις πει όταν τρώμε μαζί;»

Ιδού μία από τις ασθένειες του δημόσιου βίου και μία από τις αιτίες που η αξιοπιστία της πολιτικής και της δημοσιογραφίας βρίσκεται τόσο ψηλά: Ενας πολιτικός γευματίζει με έναν δημοσιογράφο και, στο κρασάκι πάνω ή στο ουίσκι, του εκμυστηρεύεται ορισμένα αληθή ή μισοαληθή για τους συντρόφους του. «O τάδε, ο δείνα…» – έπεα πτερόεντα σαν κι εκείνα του κ. M. Κεφαλογιάννη. Γιατί τα εκμυστηρεύεται, λέγοντας προφανώς κάθε τόσο «προς Θεού, αυτά να μείνουν μεταξύ μας»; Είτε για να εκδικηθεί κάποιους ομοϊδεάτες του είτε επειδή ελπίζει σε ανταπόδοση γι’ αυτήν του την εκδούλευση (να βγει είκοσι φορές στο γυαλί, άρα να βγει και στη Βουλή). Και ο δημοσιογράφος, είτε εξοικειωμένος με κρυφές κάμερες και κρυφά μαγνητόφωνα είτε όχι, ακούει τον «φίλο του», τον βεβαιώνει ότι «όλα θα μείνουν μεταξύ τους» και, όταν έρχεται η κρίση, τον αδειάζει δημοσίως, τον εμφανίζει σαν ημικαταδότη των συντρόφων του, αδιαφορώντας παγερά για τη διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, στην απόρρητη (και ίσως ατεκμηρίωτη) εκμυστήρευση και την υπεύθυνη καταγγελία. Και πού το πρόβλημα; Σε κάνα-δυο μήνες, ο πολιτικός και ο δημοσιογράφος θα ξαναγευματίσουν ή θα «ξανασυζητήσουν» στο γυαλί. «Δεν έχει τέλος αυτό το πανηγύρι», σωστά το είπε ο τραγουδοποιός.