ΑΠΟΨΕΙΣ

Το αίνιγμα του Ιούδα

Το χειρόγραφο που βρέθηκε έπειτα από 1.700 περίπου χρόνια σε μια σπηλιά της ερήμου στην Αίγυπτο και μέσα από διαδοχικές μεταβιβάσεις είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, φαίνεται πως τάραξε τα νερά σε ένα τομέα όπου οι πεποιθήσεις και τα στερεότυπα έμεναν από καιρό καθηλωμένα. Και τούτο διότι το κείμενο αυτό παρουσιάζει τον Ιούδα όχι ως προδότη αλλά ως αφοσιωμένο φίλο και μαθητή του Ιησού. Εκείνον μάλιστα που τον βοήθησε περισσότερο απ’ όλους τους άλλους να ολοκληρώσει την τελευταία πράξη του δράματός του. Την κορυφαία στιγμή που Εκείνος θα έπρεπε να απεκδυθεί του φθαρτού σώματός του, ώστε να λυτρωθεί πλήρως το πνεύμα του. «Εσύ θα θυσιάσεις την σάρκα που περικλείει το πνεύμα μου», φέρεται να του λέει κάποια στιγμή ο Ιησούς παροτρύνοντάς τον έτσι να προχωρήσει στην κατάδοσή του στις αρχές – με όσα θα επακολουθήσουν στη συνέχεια.

Η ουσιώδης διαφορά με τα υπόλοιπα τέσσερα, τα «κανονικά», Ευαγγέλια έγκειται στον φωτισμό του κεντρικού προσωπικού του δράματος. Τα «κανονικά» Ευαγγέλια ενδιαφέρονται κυρίως για τον Ιησού και ελάχιστα για τον Ιούδα και τις προθέσεις του. Είναι ένα μάλλον δευτερεύον πρόσωπο στο δράμα. «Αυτό που έχεις να κάνεις, κάνε το γρήγορα», του λέει κάποια στιγμή ο Ιησούς στο κατά Ιωάννην (κεφ. 13, στίχ. 27).

Το κίνητρο του Ιούδα, κατά τον Μάρκο και τον Ματθαίο, δεν είναι άλλο από την απληστία. «Τι θα μου δώσετε», ρωτά τους αρχιερείς (Μάρκ., κεφ. 14, στίχ. 11, Ματθ., κεφ. 26, στίχ. 15). Ομως αυτή η εκδοχή δεν είναι αρκετά πειστική. Για ποιο λόγο θα περιπλανιόταν τρία χρόνια στην έρημο, αν η φιλαργυρία ήταν ο σκοπός της ζωής του; Και μάλιστα ακολουθώντας έναν νεαρό προφήτη γεμάτο όνειρα και πνευματικές ενατενίσεις;

Η εκδοχή του Ιωάννη είναι πιο υπαινικτική και ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες. Ο αγαπημένος μαθητής του Ιησού παρουσιάζει τον Δάσκαλό του να έχει μάλλον συμφιλιωθεί με την ιδέα αυτής της μορφής του τέλους της επίγειας ζωής του. Τον δείχνει κάπως απογοητευμένο από την απέλπιδα προσπάθεια να πείσει τους συγκαιρινούς του για την ανάγκη αλλαγής στάσεων και αντιλήψεων. Για μια πιο πνευματική ζωή. Ποιος ο λόγος, λοιπόν, να παρατείνει κι άλλο τη ζωή του σε αυτόν τον κόσμο; Τι θα έβγαινε επιπλέον από μια παράταση επίγειας ζωής;

Ανάλογες σκέψεις και προβληματισμοί πιθανώς διακατείχαν και τον Σωκράτη τον Αθηναίο, όταν, καταδικασμένος και εκείνος από τους συμπολίτες του να πιει το κώνειο, απέκρουσε με συγκατάβαση και βαθύτερη σοφία τις εκκλήσεις και παροτρύνσεις των φίλων του να αποδράσει σε άλλον τόπο. «Προς τι όλη αυτή η φασαρία και ο κόπος; Ο,τι ήταν να γίνει από μέρος μου, έγινε. Λίγα χρόνια παράτασης ζωής τι θα προσέθεταν;» Ισως γι’ αυτό πεθαίνοντας ο Σωκράτης παρήγγειλε στους φίλους του να σφάξουν ένα κόκορα, πράξη συμβολική της αποθεραπείας από κάποια δεινά. Αυτό δεν δικαιολογούσε βέβαια επ’ ουδενί τους καταδικαστές του. Αντίθετα, ήταν μία από τις πιο άφρονες και εγκληματικές πράξεις στην πνευματική τουλάχιστον ιστορία της ανθρωπότητας.

Το ίδιο περίπου συνέβη 450 χρόνια αργότερα στην Παλαιστίνη με τον Ιησού. Κάποιοι θέλησαν να τον εξοντώσουν, εκείνος δεν φοβόταν να πεθάνει και ένας τρίτος μεσολαβεί για τους δικούς του σκοπούς, ώστε να συντελεστεί το δράμα. Ομως αυτό δεν σημαίνει και πάλι ότι δικαιώνεται ο Ιούδας. Είναι άλλο πράγμα να μη φοβάται τον θάνατο ο Ιησούς και άλλο να τον επισπεύδει με τη θέλησή του. Τότε θα επρόκειτο για αυτοκτονία. Που ούτε ο Σωκράτης ούτε ο Ιησούς αποδέχτηκαν ή επιδίωξαν. Αντίθετα, εκείνος που αυτοκτόνησε από τύψεις μετά την προδοτική ενέργειά του ήταν ο Ιούδας.

Αυτό είναι το κρίσιμο ζήτημα. Αν ο Ιούδας ήταν προσυνεννοημένος με τον Ιησού και ενεργούσε με τη δική του παρότρυνση, τότε γιατί να αυτοκτονήσει μετά το ενέργημά του; Στο ερώτημα αυτό το Ευαγγέλιο του Ιούδα δεν προσφέρει μια πειστική απάντηση.

Το πιο πιθανό είναι, λοιπόν, ότι ο Ιούδας πρόδωσε τον Ιησού γιατί απελπίστηκε με την τακτική του. Μια τακτική που τον απομάκρυνε από την προτιμητέα -κατά τον Ιούδα- ευθεία και επαναστατική αντίθεση προς τις αρχές κατοχής της χώρας. Εκτίμησε ή επιδίωξε πως με τη σύλληψή του ο Ιησούς θα εξωθείτο ο ίδιος ή και οι οπαδοί του σε μια πιο άμεση και αποφασιστική κινητοποίηση ή επαναστατική δράση. Ούτως ή άλλως, οι κρατούντες «φοβούντο τον λαόν» (Λουκ. κεφ. 22, στίχ. 2).

Υπό την έννοια αυτή, ο Ιούδας πράγματι «θυσίασε» τον Ιησού – για τις δικές του ιδέες και πεποιθήσεις, για το δικό του σχέδιο επαναστατικής δράσης. Αυτό που επακολούθησε στη συνέχεια πρέπει να του προξένησε τρόμο και αίσθημα ενοχής. Αντί για την εξέγερση των μαζών ή την εξ ουρανού ανατροπή των πραγμάτων, έβλεπε τον φίλο του να βασανίζεται, να χλευάζεται και να δολοφονείται με μαρτυρικό θάνατο πάνω στον σταυρό χωρίς να αντιδρά με άλλον τρόπο πέρα από τον πόνο και την εγκαρτέρηση.

Τότε ο Ιούδας συνθλίβεται από τις τύψεις και σπεύδει να προβεί στη δική του αυτοκτονία. Ηθελε ένα θεό πιο γήινο, ρεαλιστή και εκδικητικό που θα ξεσήκωνε τα πλήθη σε επαναστατική δράση. Αντί γι’ αυτό έβλεπε μπροστά στα μάτια του ένα θεό ήπιο και αθώο, πνευματικά και ηθικά προσανατολισμένο, που δεν δίσταζε να ομολογήσει στον Πόντιο Πιλάτο πως «η βασιλεία η εμή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου» (Ιωάνν. κεφ. 18, στίχ. 36). Ηταν, λοιπόν, ένα τέλειο εξιλαστήριο θύμα για τους κρατούντες, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον υποβάλουν σαν έναν κοινό εγκληματία στο μαρτυρικό θάνατο της σταύρωσης πάνω στον λόφο του Γολγοθά.

Ομως αυτή δεν ήταν παρά η μία όψη των πραγμάτων. Με την αυτοκτονία του ο Ιούδας έχασε την ευκαιρία να δει τι θα επακολουθούσε. Η Ανάσταση του Ιησού στις καρδιές των συντρόφων του την Κυριακή του Πάσχα, αλλά και η επικράτηση της ηθικής διδασκαλίας του σε μεγάλα τμήματα του κόσμου. Ενώ η ευγενική και ήπια μορφή του Ιησού, που δεν αντιδρά βίαια αλλά υπομένει μελαγχολικά και γενναιόψυχα καθώς οδηγείται στην εκτέλεσή του, εξακολουθεί να σαγηνεύει την ανθρωπότητα ως κορυφαίο υπόδειγμα πνευματικής ζωής.

* Ο Αντώνης Μακρυδημήτρης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.