ΑΠΟΨΕΙΣ

Απογραφές

Ενα από τα βασικά προβλήματα του δημόσιου διαλόγου στη χώρα είναι πως δεν μας έχουν απομείνει λέξεις να συνεννοούμαστε. Οι όροι πλέον έχουν πάρει μια μεταμοντέρνα χροιά. Μπορεί να σημαίνουν το ένα, αλλά μπορεί να σημαίνουν και το αντίθετό του. Ταυτόχρονα! Ανάλογα με τις πολιτικές σκοπιμότητες που πρέπει να προπαγανδιστούν.

Αυτό δεν αποτελεί ελληνική αποκλειστικότητα. Συναντάται παντού. Τώρα και στο παρελθόν. Το 1948 ο Βρετανός συγγραφέας Τζορτζ Οργουελ έγραψε ένα κλασικό βιβλίο. Το «1984» (στα ελληνικά εκδόσεις «Κάκτος») θεωρείται η επιτομή του ολοκληρωτισμού. Στη χώρα μας το βιβλίο αγνοήθηκε και σε πλείστες όσες περιπτώσεις συκοφαντήθηκε – φυσικά και ο συγγραφέας. Βλέπετε ο αριστερός Οργουελ έγραψε το αριστούργημά του έχοντας κατά νου τον «σοσιαλιστικό παράδεισο», όπως παρουσιαζόταν η αλήστου μνήμης «Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών» (ΕΣΣΔ). Το «1984» βγήκε σε μια εποχή που οι κομμουνιστικές δικτατορίες ονομάζονταν «Λαϊκές Δημοκρατίες», ο αιμοσταγής Ιωσήφ Στάλιν «πατερούλης του λαού», η εθνοκάθαρση στις Σοβιετικές «Δημοκρατίες» «σοσιαλιστική ολοκλήρωση» κ.ο.κ. Αυτήν την πραγματικότητα αποτύπωνε ο Τζορτζ Οργουελ εισάγοντας τον όρο «newspeak» («Νέα Ομιλία»). Το ολοκληρωτικό καθεστώς, προκειμένου να χειραγωγήσει τη σκέψη αλλοίωνε τη γλώσσα. Τα συνθήματά του ήταν απλά και πλήρως στρεβλωτικά: «Ο πόλεμος είναι ειρήνη», «Η ελευθερία είναι σκλαβιά», «Η άγνοια είναι δύναμη».

Αυτό το ιδιότυπο newspek ζει και βασιλεύει στη χώρα μας. Το συναντήσαμε πριν και κατά την περίοδο εξάρθρωσης της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη». Ηταν τότε που οι δολοφόνοι θεωρούντο «εκτελεστές» και οι δολοφονίες βαφτίστηκαν «πολιτικά εγκλήματα». Τότε επίσης ο νόμος για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας χαρακτηρίστηκε με μια λέξη που είχε το ακριβώς αντίθετο νόημα: «τρομονόμος». Μέχρι και η «Ημέρα Μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας» βαφτίστηκε από εκπρόσωπο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος «τρομολαγνεία», δηλαδή «λαγνεία του τρόμου»!

Αυτό έγινε και χθες. Κάποιοι σχολιογράφοι εφημερίδων της αντιπολίτευσης θεώρησαν το τραγικό συμβάν της σύγκρουσης των δύο αεροσκαφών προϊόν της «πολιτικής κατευνασμού της Τουρκίας», σε αντίθεση με την «πολιτική αποτροπής» που κατά τη γνώμη τους έπρεπε να ακολουθεί η Ελλάδα.

Βέβαια, σε ό,τι αφορά την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα μας σε σχέση με τον δύστροπο γείτονά της έχουν γραφεί πολλά και αυτές τις μέρες θα γραφούν περισσότερα. Αλλά πρέπει να εξετάσουμε λίγο καλύτερα τους όρους που χρησιμοποιούνται στον δημόσιο διάλογο, διότι αυτοί διαμορφώνουν τελικά τη στάση της χώρα μας σε πολύ κρίσιμα θέματα, όπως είναι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Κατ’ αρχήν πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι δημοσιογραφικοί όροι δεν είναι προϊόντα ακριβούς επιστήμης. Είναι πάντα ασαφείς. Ετσι, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πού τελειώνει ο «κατευνασμός» και αρχίζει η «αποτροπή», ποια είναι η ενδεδειγμένη «αποτροπή» και πόση είναι η καλή δόση κατευνασμού.

Αλλά το προχθεσινό δυστύχημα, όσο κι αν δημιουργεί συναισθηματικές εκρήξεις, μόνο «προϊόν κατευνασμού» δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Τουλάχιστον με την ελληνική γλώσσα που ισχύει μέχρι σήμερα.

Να εξηγηθούμε: τα ελληνικά μαχητικά σηκώθηκαν για να αποτρέψουν τα τουρκικά να παραβιάσουν τον εθνικό μας εναέριο χώρο ή να παραβούν τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας. Ακόμη κι αν τα προσέγγισαν για να τα εμποδίσουν να φωτογραφίσουν τους S-300 (ή κατά άλλη εκδοχή να φωτογραφίσουν το γερμανικό ωκεανογραφικό) «αποστολή αποτροπής» εκτελούσαν. Δεν σηκώθηκαν για να «κατευνάσουν» τα τουρκικά μαχητικά ούτε την πολιτική ηγεσία της γείτονος.

Κάποιοι μπορεί αφελώς ή πονηρά να ρωτήσουν: «Και τι έπρεπε να κάνει η Ελλάδα; Να αφήσει τα τουρκικά αεροπλάνα να πετούν πάνω από την Κρήτη;». Η απάντηση είναι «όχι». Επρεπε να αποτρέψει κάτι τέτοιο κι αυτό έκανε. Απλώς για να συνεχίσουμε να μιλάμε την ίδια γλώσσα πρέπει να εντάξουμε τη συγκεκριμένη ενέργεια στην «πολιτική της αποτροπής» και όχι στην «πολιτική του κατευνασμού». Ο,τι κι αν σημαίνει το τελευταίο…