ΑΠΟΨΕΙΣ

Απογραφες

Την εποχή που ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Χριστόδουλος περιδιάβαινε τα σχολεία της χώρας, λέγοντας ανέκδοτα, διηγήθηκε μια εξαιρετικά εύστοχη για τα ελληνικά πράγματα παραβολή. «Κατέβηκε», είπε, «ο Θεός σε μια πολυεθνική αγροτική περιοχή και ρώτησε κάθε γεωργό την επιθυμία που θα ήθελε να του ικανοποιήσει. Ο Γερμανός παρακάλεσε να του δώσει ένα άλογο, ο Γάλλος μια αγελάδα, ο Ιταλός μια κατσίκα και τελευταίος ο Ελληνας ζήτησε απλώς «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα»».

Αυτό θυμίζουν οι κινητοποιήσεις των συνδικαλιστών στην ανώτατη Παιδεία. Οι πανεπιστημιακοί ζητούν πρώτα απ’ όλα να μην ιδρυθούν μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια και δευτερευόντως να αυξηθούν τα κονδύλια για την Παιδεία. Με άλλα λόγια δεν ζητούν πρωτίστως κάτι για το δικό τους χωράφι, αλλά ζητούν να ψοφήσει (πριν καν γεννηθεί) η πιθανή κατσίκα του γείτονα.

Το αίτημα αυτό πρέπει να προβληματίσει κάθε εχέφρονα άνθρωπο. Κατ’ αρχήν μια συντεχνία, στην οποία κυριαρχεί η απλή λογική, όχι μόνο δεν θα ήταν αντίθετη με την ίδρυση μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, αλλά θα πίεζε γι’ αυτή.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες οι πανεπιστημιακοί θα έπρεπε να απεργούν με αίτημα την ίδρυση και άλλων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Οχι μόνο γιατί ο ανταγωνισμός θα βελτιώσει τις δικές τους δεξιότητες και πρακτικές, αλλά γιατί θα αυξηθεί η προσφορά εργασίας. Και αυξημένη προσφορά εργασίας σημαίνει μεγαλύτερες απολαβές και καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Ετσι, η αντίδραση των πανεπιστημιακών μοιάζει παράδοξη. Κάποιοι κακεντρεχείς θα την εξηγούσαν με το γεγονός ότι «οι καλύτερες συνθήκες εργασίας» προϋποθέτουν εργασία.

Πιο λογική εξήγηση είναι ότι στο «σοσιαλμανές» εκπαιδευτικό μας σύστημα οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης δεν είναι πλήρως κατανοητοί.

Κυρίως όμως είναι η κρατικιστική παράδοση της χώρας πάνω στην οποία έχουν επενδυθεί πολυποίκιλα συμφέροντα. Μικρά και μεγάλα. Αυτή η παράδοση είναι εμφανής στις ανακλαστικές αντιδράσεις για κάθε παραχώρηση προς το ιδιωτικό. Από το απλό, να δοθεί το Ζάππειο για εκδηλώσεις και σε ιδιώτες, μέχρι και το πιο σύνθετο που ήταν κάποτε η απελευθέρωση της αγοράς των τηλεπικοινωνιών. Θυμάται κανείς πόση κινδυνολογία είχε αναπτυχθεί για τη μελλοντική μετοχοποίηση του ΟΤΕ; Ως και εθνικοί κίνδυνοι είχαν προβληθεί, από την είσοδο ιδιωτών στην τηλεπικοινωνιακή αγορά.

Πάνω λοιπόν στον ανακλαστικό αυτό φόβο ποντάρουν τα ρέστα τους οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των διδασκόντων στα ΑΕΙ. Προβάλλουν το επιχείρημα ότι θα υποβαθμιστεί η Παιδεία (πόσο περισσότερο μπορεί;) φαντάζονται καταχθόνια σχέδια παράδοσης των ΑΕΙ σε μεγάλα συμφέροντα. Μόνο που το πρόβλημά τους δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα είναι η κατάσταση των δημοσίων ΑΕΙ. Και γι’ αυτή την κατάσταση έχουν δίκια πολλά, αλλά και ευθύνες πολλές.

Σε ό,τι αφορά τα δίκια: Η ανώτατη Παιδεία υποχρηματοδοτείται από το κράτος. Το θεσμικό πλαίσιο της ημιαυτονομίας μεταθέτει κοινωνικά προβλήματα στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ, χωρίς αντίστοιχους πόρους. Μέχρι και πολιτικές αποκέντρωσης (με ιδρύματα σε κάθε χωριό της επικράτειας) έχει φορτωθεί η δύσμοιρη Παιδεία.

Με τον υπάρχοντα νόμο- πλαίσιο η εξέλιξη των διδασκόντων γίνεται έπειτα από χυδαίο κομματικό παζάρι, στο οποίο μετέχουν (με καθοριστικό μάλιστα λόγο) οι διδασκόμενοι. Τα κτίρια των ΑΕΙ έχουν μετατραπεί σε «πεδίο βολής φθηνό» κάθε πικραμένου που θέλει να βάψει, να ζωγραφίσει, να βανδαλίσει, δηλαδή να εκφραστεί -καθώς λένε- ελεύθερα επί της δημόσιας περιουσίας.

Γι’ αυτά τα φαινόμενα δεν είναι άμοιροι ευθυνών οι διδάσκοντες, αλλά ο δαίδαλος του σοβιετικού τύπου συστήματος Παιδείας που έχουμε, αφήνει πολλές τρύπες για να μην προσπαθήσει κάποιος περισσότερο. Και εκ των πραγμάτων οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί δεν προσπαθούν περισσότερο, αλλά τα συνδικαλιστικά τους όργανα δεν θέλουν να αφήσουν και κανένα άλλο να προσπαθήσει.