ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανεμοδεικτης

Πολύ δύσκολα θα βρει κανείς επιχειρήματα (ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει τόσο πρόσφατα το τελευταίο τραγικό «συμβάν» στο Αιγαίο…) να αντικρούσει την άποψη που διατύπωσε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος, στο βαρυσήμαντο άρθρο του στην «Καθημερινή» της Κυριακής, πως δηλαδή η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων «που ελπίζει και εύχεται τη λύση των προβλημάτων με την Τουρκία μέσω των διαπραγματεύσεων για τη μελλοντική ένταξη της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ενωση» δεν έχει αποδώσει το παραμικρό. Το αδιέξοδο αυτής της πολιτικής ως εκ της προκλητικής στάσης των διαρκών αμφισβητήσεων εκ μέρους της Αγκυρας, που αρνείται και τη στοιχειωδέστερη ανταπόκριση στις χειρονομίες καλής θελήσεως που κάνει κάθε τόσο η χώρα μας, δεν το αρνείται κανείς – έστω και αν αποφεύγει να το διατυπώσει τόσο ευθέως, όπως το έπραξε ο κ. Στεφανόπουλος. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στους πολιτικούς, αλλά και στο σύνολο της κοινωνίας, που έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση «εκεί που μας χρωστάγανε, θα μας πάρουν και το βόδι!»…

Από τη στιγμή που κανείς δεν προτείνει (και δεν είναι δυνατό και ρεαλιστικό να το προτείνει…) η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στις ελληνοτουρκικές σχέσεις να ξεκαθαριστεί με «δυναμικό τρόπο» και αφού διαπιστώνεται πως η διαιώνιση αυτού του καθεστώτος «μη πόλεμος – μη ειρήνη» (με τις καθημερινές αναχαιτίσεις και αερομαχίες, με τεράστιο κόστος όχι μόνο σε χρήματα και υλικό…) δεν παρέχει την παραμικρή προσδοκία να φανεί φως στην άκρη του τούνελ, ενώ ταυτόχρονα περικλείει τον κίνδυνο «θερμού επεισοδίου» ανά πάσα στιγμή, με όσες απρόβλεπτες συνέπειες μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να συνεπάγεται, η αυτονόητα λογική σκέψη που έρχεται στον νου όλων είναι «να βρούμε τρόπο να τα βρούμε…».

Η πρόταση του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας όχι μόνο συμβάλλει σε ένα παραγωγικό και ρεαλιστικό προβληματισμό, αλλά περιλαμβάνει και ενδιαφέροντα σημεία, όπως παραδέχονται στελέχη της κυβέρνησης (μεταξύ των οποίων με δημόσιες τοποθετήσεις τους η κ. Μπακογιάννη και ο κ. Σουφλιάς), χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει πως δεν απαιτείται μια διεξοδικότερη επεξεργασία της σε συγκεκριμένα ζητήματα και μια συνολικότερα επεξεργασμένη πολιτική από κυβέρνηση και κόμματα της αντιπολίτευσης. Κάτι που είναι απολύτως εφικτό να επιτευχθεί, αν δει κανείς τον τρόπο με τον οποίο αντέδρασαν όλες οι πλευρές, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Είναι αντιφατικό, λ.χ., από τη μια ο τέως Πρόεδρος να υποστηρίζει (ως αντίλογο στην πάγια άποψη πως η μόνη μας διαφορά με την Τουρκία είναι ο καθορισμός των ορίων της υφαλοκρηπίδας, άποψη την οποία χαρακτηρίζει «μη σοβαρή») ότι «οι διαφορές δημιουργούνται όταν ένα κράτος διατυπώνει αξιώσεις, δίκαιες ή άδικες, κατά του άλλου, για να προτείνει την παραπομπή στη Χάγη του συνόλου των ελληνικών διαφορών, (χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, υφαλοκρηπίδα, αποστρατιωτικοποίηση των νησιών) και από την άλλη να εξαιρεί το θέμα των «γκρίζων ζωνών», με το επιχείρημα ότι αυτές «ανήκουν στη φαντασία της Τουρκίας μόνο…». Αν κάθε αξίωση, δίκαιη ή άδικη, δημιουργεί «διαφορά», με ποια λογική εξαιρούνται οι άδικες κατά την άποψή μας «γκρίζες ζώνες»;

Αν υποτεθεί ότι ο «θετικός προβληματισμός» του τέως προέδρου οδηγήσει σε σκέψεις, έστω, επαναπροσδιορισμού της πολιτικής που ακολουθεί η χώρα μας έναντι της Τουρκίας, άποψη που υποστηρίζεται από διάφορες πλευρές, είναι απολύτως βέβαιο ότι θα απαιτηθεί μακρά και λεπτομερής επεξεργασία, τόσο σε πολιτικό όσο και σε τεχνοκρατικό επίπεδο. Και, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να αποφευχθούν κραυγές και εποικοινωνιακές κορώνες, στις οποίες δυστυχώς κατέφυγαν με περίεργη ευκολία ακόμη και μέλη της κυβέρνησης, που εμφανίστηκαν να ακολουθούν αντίθετη πορεία από αυτήν της προσεκτικής αντιμετώπισης της πρότασης Στεφανόπουλου σε «κεντρικό» κυβερνητικό επίπεδο…

Δεν έχει νόημα να εμφανίζεται ο υπουργός Αμυνας σε τηλεοπτική συζήτηση και ενώ λέει ο ίδιος πως «δεν κάνει να λέω τέτοια ως υπουργός Αμυνας…», εν τούτοις να… τα λέει, και μάλιστα διεξοδικά και κατά τρόπο αποσπασματικό (χωρικά ύδατα, εναέριος εθνικός χώρος, αποστρατιωτικοποίηση – με ό,τι «ευαίσθητο» αυτή η τελευταία περικλείει για τις ελληνικές θέσεις…), για να καταλήξει στο συμπέρασμα (το οποίο, με την προσεκτική της στάση, δεν φάνηκε να υιοθετεί η υπουργός Εξωτερικών…) ότι «ίσως δεν έπρεπε να παρέμβει ο Πρόεδρος, ήταν ένα πυροτέχνημα…».

Τόσο λεπτά και ευαίσθητα ζητήματα είναι αδιανόητο να αντιμετωπίζονται με… τηλεοπτική προχειρότητα και αποσπασματικά από διάφορα κυβερνητικά κέντρα. Δεν μπορεί, λ.χ., τις πρώτες ώρες μετά το τραγικό «συμβάν» πάνω από την Κάρπαθο να επιχειρείται η διατήρηση χαμηλών τόνων και να προβάλλεται ως επίσημη θέση το ότι τα ελληνικά μαχητικά σηκώθηκαν πάνω από το Αιγαίο επειδή τα τουρκικά διέπραξαν «παράβαση» του FIR Αθηνών (απλή παράβαση, όχι παραβίαση εθνικού χώρου…) και λίγα 24ωρα μετά να προβάλλεται επισήμως και κατηγορηματικά η άποψη (το είπε ξεκάθαρα χθες ο κ. Μεϊμαράκης στη NET…) ότι το τουρκικό μαχητικό διενεργούσε κατασκοπεία σε βάρος της χώρας μας…

Αν προκύπτει ως ανάγκη ο επαναπροσδιορισμός της πολιτικής μας έναντι της Τουρκίας, με βάση τα «διδάγματα» της μέχρι σήμερα πορείας των διμερών σχέσεων, να γίνει με ψυχραιμία, νηφαλιότητα, συνεκτίμηση όλων των παραμέτρων. Οχι εξ αντιδράσεως και με… τηλεοπτικούς όρους.