ΑΠΟΨΕΙΣ

Αποχαιρετώντας το φθινόπωρο

«Εμείς, εδώ κάτω, ξέρουμε τα χούγια του χειμώνα, μαζέψαμε ξύλα για το τζάκι, κάναμε το κουμάντο μας και, κουτσά στραβά, θα τα βγάλουμε πέρα… Εσείς, εκεί πάνω στην πρωτεύουσα, να δούμε τι θα πράξετε…». Και δεν είπαν μόνο αυτά οι παλιοί φίλοι όταν κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο για να πιούμε καφέ στο κατάφυτο χωριό τους. Ενημερωμένοι καθώς είναι -αφού δεν έπαψαν ποτέ να διαβάζουν εφημερίδες, να ακούνε το ραδιόφωνο και να βλέπουν τηλεόραση- μίλησαν για τα έργα της πολιτικής, τις εξελίξεις και τα γεγονότα που πέρασαν από το προσκήνιο της οκτωβριανής επικαιρότητας, θυμήθηκαν τους αμέτρητους πιστούς που είχαν πάει στο μοναστήρι της Ελωνας, στο Λεωνίδιο, όταν ξαναγύρισε η ιερή εικόνα της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας και αναφέρθηκαν στην καθημερινή ζωή της μικρής τους κοινωνίας… Ποια ερήμωση και ποια μοναξιά; Συντοπίτες τους (που για λόγους οικογενειακούς ή επαγγελματικούς, μένουν σε αστικά κέντρα) επισκευάζουν, ανακαινίζουν τα πατρικά τους σπίτια, εκδρομικά πούλμαν με δεκάδες επισκέπτες του Σαββατοκύριακου που αγοράζουν παραδοσιακά προϊόντα από τα λιγοστά μαγαζιά, φιλικές συναντήσεις τα απογεύματα στο καφενείο της πλατείας, συζητήσεις, λόγοι και αντίλογοι για κάθε ζήτημα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον και ματιές στο ημερολόγιο. Πώς να ξεχνούσε, λοιπόν, ο καλόκαρδος γεροντάκος την έλευση του Νοέμβρη; Γιατί, όπως είπε, την πρώτη μέρα του τελευταίου φθινοπωρινού μήνα «είναι η γιορτή των Αγίων Αναργύρων». Δεν παρέλειψε, μάλιστα, να επαναλάβει, με ευλάβεια και συγκίνηση, αυτά που είχε μάθει στα νιάτα του. Οτι, δηλαδή, «οι αδελφοί Κοσμάς και Δαμιανός ήταν γιατροί που βοηθούσαν τους ανήμπορους, θεράπευαν τους αρρώστους άνευ αργυρίου, χωρις καμιά αμοιβή, αλλά είχαν μαρτυρικό θάνατο, επειδή πίστευαν στον Χριστό, τρεις αιώνες μετά τη γέννησή του…».

«Εσείς με τι ασχολείσθε;» ρώτησε μια κυρία της συντροφιάς μας ένα νεαρό που, τόση ώρα, άκουγε σιωπηλός. «Με την καλλιέργεια της γης» απάντησε την ίδια στιγμή. «Μήπως σας φαίνεται περίεργο;» Εκείνη χαμογέλασε. «Οχι, δεν παραξενεύομαι», του είπε. «Ομως, απορώ γιατί ξέρω πως αυτή η δουλειά είναι δύσκολη, χρειάζεται κόπους κι έχει ταλαιπωρίες…». Τη λέξη «συνήθεια» ψιθύρισε το παλικάρι και «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος», κατά τον στίχο του Καβάφη, της εξήγησε πώς γίνεται η σπορά των δημητριακών στα χωράφια, μόλις φτάσει ο Νοέμβριος. Και μπορεί να είπε λίγες κουβέντες για το σιτάρι, τη σίκαλη ή και το κριθάρι, αλλά για τα κτηνοτροφικά φυτά της οικογενείας των αγρωστωδών, σύμφωνα με την ορολογία που ξέρουν οι ειδήμονες, μίλησε αναλυτικά. Ισως επειδή δεν ξεχνούσε τη συμβουλή του παππού και του πατέρα του να φροντίζει τον βίκο, που χρειάζονται τα ζωντανά για την τροφή τους, και ιδιαίτερα τη βρόμη, που «άμα φυτευτεί στο έμπα του Σποριά, προστατεύει από τους κεραυνούς…». Εκπληξη για την παράλληλη χρησιμότητα του συγκεκριμένου φυτού, που φαινόταν απίστευτη. Αλλα, με ποια επιχειρήματα και ποιες αντιρρήσεις να αμφισβητήσει κανείς την παράδοση, που μεταδίδεται προφορικά από γενιά σε γενιά; Ναι, ήταν διαφορετικός ετούτος ο αποχαιρετισμός του φθινοπώρου σκεφτόμουν καθώς φεύγαμε.