ΑΠΟΨΕΙΣ

Ταρτούφοι με βάρος

Δυο «Ταρτούφοι» στην ίδια πόλη είναι, κατά τους ειδήμονες, συνθήκη ενδιαφέρουσα καθώς δίνει την ευκαιρία για μια συγκριτική πρόσληψη του κλασικού έργου και της ερμηνείας του, της μεταφραστικής και της καθόλου σκηνικής. Η δυνατότητα αυτή υπάρχει στην Αθήνα με την από διετίας παράσταση της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού, στο Μεταξουργείο, όπου ο «Ταρτούφος» παίζεται στην πρώιμη μετάφραση του Κωνσταντίνου Κοκκινάκη, σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ με τον Δημήτρη Ημελλο και την άλλη παράσταση στο «Αλφα» της οδού Πατησίων με τον Θύμιο Καρακατσάνη και τον Γιώργο Κωνσταντίνου σε μεταγραφή Κ. Χ. Μύρη και σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου.

Αν όμως οι σύστοιχοι σκηνικοί «Ταρτούφοι» προσφέρουν τέρψη και διδαχή και λαμπρή ευκαιρία σύγκρισης της τέχνης τους, στην Αθήνα και στην χώρα όλη περισσεύουμε εμείς οι πραγματικοί Ταρτούφοι.

Αναλογικά, οι πιο πολλοί φαίνεται πως βρισκόμαστε στις τάξεις της δημοσιογραφίας, που κάποιοι αδίστακτοι ή κάποιοι αφελείς την ονομάζουν λειτούργημα. Βεβαίως, η ταρτουφερί δεν είναι προνόμιο των δημοσιογράφων. Το λέει ο Κλεάνθης στην Α΄ πράξη του μολιερικού έργου: «Υπάρχουν ψευδοευσεβείς, όπως και ψευτοπαλληκαράδες»· και κατά διαστολή δική μας, ψευδοκήνσορες δημοσιογράφοι και ψευδόμενοι «λειτουργοί» άλλων κλάδων του δημόσιου βίου. Αλλοι περιστασιακώς και άλλοι καθ’ έξιν.

Δικαίως θα μας ρωτήσει ο υποψιασμένος αναγνώστης: Προς τι αυτό το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο του «εμείς», αφού και ο Ταρτούφος ο ίδιος, στην Γ΄ πράξη, όταν τον κάνουν τσακωτό με την Ελμίρα, «ομολογεί» στον Οργκόν -προστάτη του και σύζυγό της- πως είναι «κακός και ένοχος», επιδιώκοντας με την αυτοταπείνωσή του να υπερκεράσει τη δύσκολη γι’ αυτόν κατάσταση και να εγγράψει νέα υποθήκη σεμνότητας;

Η απάντηση στο εύλογο ερώτημα δεν είναι μία και μόνη. Και ασφαλώς κρύβει υποκρισία η ομολογία της υποκρισίας μας. Ομως ο πολίτης – αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει και να μπορεί να εκτιμήσει το κατά περίπτωση εύρος και βάθος της. Αλλά κυρίως το βάρος της. Να γνωρίζει τη δύναμη πυρός του κάθε Ταρτούφου ή φαρισαίου.

Γιατί πολλοί από τους βαθύτατατα ηθικολογούντες Ταρτούφους συμβαίνει να διαθέτουν στους καιρούς μας το ισχυρότερο όπλο προπαγάνδας: την τηλεόραση. Αυτοί είναι οι διακεκριμένοι, αυτοί είναι οι γόητες των μαζών, αυτοί είναι οι πλέον επικίνδυνοι, όταν μάλιστα αντλούν αυθαιρέτως από την τηλεθέαση την επίφαση θεσμικής ιδιότητας, την οποία -τουλάχιστον μέχρι τώρα στις δημοκρατίες- μόνον οι πολίτες διά της ψήφου τους απονέμουν.