ΑΠΟΨΕΙΣ

Εγκλωβισμένη στον μύθο

Το μόνο που δεν θα μπορούσε να καταλογίσει κανείς στον Στίβεν Φρίαρς είναι ότι θωπεύει τον θεσμό της βασιλείας στην τελευταία του ταινία «Η βασίλισσα», που προβάλλεται ήδη στους κινηματογράφους. Αν η Σοφία Κόπολα έκλεισε σε μια τσιχλόφουσκα τη ζωή της Μαρίας Αντουανέτας, όπως έχει αποφανθεί η κριτική από το Φεστιβάλ Καννών ήδη, παράγοντας ένα ιλουστρασιόν περιοδικό μόδας με κοστούμια του 18ου αιώνα, ο Αγγλος σκηνοθέτης κεντάει με άποψη, γνώση και στυλ πάνω στο «σώμα» της βρετανικής βασιλικής οικογένειας. Η ταινία υπογραμμίζει με οξυδερκή τρόπο πώς επιβίωσε η μοναρχία, αποδίδοντας τη μακροημέρευση στο γεγονός ότι δεν απαιτήθηκε ποτέ να δαπανήσει πνευματική ενέργεια ή να επενδύσει πολιτικά. «Εκτός από φόρους δεν χρειάστηκε να καταβάλει τίποτε άλλο», επισημαίνει ο Guardian στην ανάλυση της «Βασίλισσας».

Ο Φρίαρς, έχοντας στα χέρια του ένα όργανο υψηλής ερμηνευτικής ακριβείας όπως η Ελεν Μίρεν (που υποδύεται την Ελισάβετ), συνθέτει το πολιτικό πορτρέτο μιας περιόδου και ενός λαού. Το 1997 είναι συμβολική χρονιά για την πορεία του θεσμού. Ο Μπλερ νεοεκλεγείς τότε πρωθυπουργός του Εργατικού Κόμματος, παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη στάση που θα κρατήσει ο αγγλικός θρόνος στον θάνατο από τροχαίο της πριγκίπισσας Νταϊάνας. Ο Μπλερ εμφανίζεται ως ένας ικανός οπορτουνιστής, χωρίς ιδιαίτερη ραχοκοκαλιά και αρχές, εν αντιθέσει με τη σταθερή προσωπικότητα της γυναίκας του. Η Ελισάβετ εγκλωβισμένη στα Hermes μαντίλια της, στη συντηρητική της εμφάνιση, στο πουδραρισμένο με ανεπαίσθητες συσπάσεις πρόσωπό της και στην αρτηριοσκληρωτική συμπεριφορά της, ο μόνος μηχανισμός ελέγχου που κατέχει στην εντέλεια είναι το πάγωμα των συναισθημάτων της. Η σκηνή που αναμειγνύεται με τον κόσμο -ύστερα από παρότρυνση του Μπλερ- και διαβάζει στην πύλη των ανακτόρων του Μπάκιγχαμ τα σημειώματα των πολιτών για την Νταϊάνα και τη σχέση της με το παλάτι, είναι αποκαλυπτική. Μέσα από ένα σιωπηλό τράβελινγκ ο Φρίαρς έχει καταγράψει την απόσταση που χωρίζει το βασιλικό ζεύγος από τον λαό, την περίκλειστη ζωή τους, απομονωμένη από τα αισθήματα και τα μηνύματα των υπηκόων τους.

Δεν υπάρχει τίποτα βαρύ και ελεγειακό στη «Βασίλισα». Ο σκηνοθέτης χειρίζεται ένα θέμα βιωματικό και «σωματοποιημένο», παρεμβάλλει τα ντοκουμέντα (από την κηδεία της Νταϊάνας, συνεντεύξεις της κ. ο. κ) χωρίς να διασπά τον αφηγηματικό ιστό της ταινίας, κρατάει την απόσταση που χρειάζεται για να παρατηρήσει, να κρίνει, να σχολιάσει, να αφήσει ένα αίσθημα πικρίας και μελαγχολίας να αναδυθεί ως πολιτική στάση και άποψη.

Στην Ελλάδα, η ταινία συνάντησε κύματα καχυποψίας. Εξαρχής, το θέμα της αναγνώστηκε ως φιλοβασιλικό και η αναφορά και μόνο σε ζώντα μονάρχη ενεργοποίησε μηχανισμούς άρνησης και απώθησης. Κρίμα. Γιατί η «Βασίλισσα» είναι μάθημα πολιτικού κινηματογράφου· ψύχραιμο, αποκαλυπτικό, απομυθοποιητικό. Ο Φρίαρς βλέπει τη σύγχρονη ιστορία με τις γκρίζες περιοχές της και όχι ως μια ασπρόμαυρη καταγραφή.