ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ΠΑΣΟΚ και οι προθέσεις του

Από την αναδόμηση και την ανανέωση, και μάλιστα τη ριζική (με φόντο την παρότρυνση των οπαδών «Γιώργο, άλλαξέ τα όλα»), σε μια ανασύνθεση των κομματικών οργάνων που κι αν ακόμα δεχθούμε ότι δεν έχει χαρακτηριστικά αναπαλαίωσης, συνιστά οπωσδήποτε ανάκρουση πρύμνης υπό την πίεση των απογοητευτικών δημοσκοπήσεων. Τι παρέμεινε άραγε σταθερό σ’ αυτή τη διαδρομή; Είναι μάλλον πρόδηλο: η πρόθεση «ανά», ως πρώτο συνθετικό των λέξεων που προσδιορίζουν την ενδοκομματική πολιτική του κ. Γ. Παπανδρέου και τη διολίσθησή της από τις ανατρεπτικές επαγγελίες στην αναδίπλωση. Επίσης πρόδηλο είναι ότι το δεύτερο σταθερό γνώρισμα του ΠΑΣΟΚ είναι η ασάφεια των πολιτικών του προθέσεων, απόρροια μιας θολής ιδεολογικής ταυτότητας. Κάποτε το ΠΑΣΟΚ χρωστούσε την πολυσυλλεκτικότητά του στο ότι εμφανιζόταν να είναι με όλους, έστω κι αν τα συμφέροντά τους ήταν αντίθετα. Το τωρινό σχήμα θέλει επίσης να εμφανίζεται πως είναι με όλους, λόγω της προγραμματικής του σύγχυσης ωστόσο, αλλά και επειδή μειώθηκε η γοητεία από τη μια γενιά Παπανδρέου στην επόμενη, παρουσιάζεται σαν να μην είναι με κανέναν.

Πολύ δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το δόγμα «πάμε σαν άλλοτε» που εισήγαγε ο κ. Παπανδρέου συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με «το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής», την εμφάνιση του οποίου εξήγγειλε προχθές για πολλοστή φορά. Η πρώτη ήταν τον Φεβρουάριο του 2004, στο συνέδριο εκείνο όπου διά της «συμμετοχικής δημοκρατίας» επικυρώθηκε μια ήδη ειλημμένη απόφαση. Δεν μπορεί, από ένα εκατομμύριο συνέδρους, όλο και κάποιοι θα εξακολουθούν να θυμούνται τα προ τριετίας ρητορεύματα.

Πιθανόν ήταν απλή σύμπτωση το γεγονός ότι ο κ. Παπανδρέου ανακοίνωσε στα αμεσοδημοκρατικώς ανενημέρωτα στελέχη του κόμματός του τις σαρωτικές αλλαγές που είχε αποφασίσει την ημέρα του Αγίου Ανδρέου. Και μόνη η σύμπτωση αυτή πάντως θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν αποστομωτική απάντηση στην άποψη του κ. Ευ. Βενιζέλου ότι «το ΠΑΣΟΚ δεν κληρονομείται». Επειδή το ΠΑΣΟΚ όντως κληρονομείται, δεν μπορεί παρά και να διοικείται ηγεμονικά. Τη μονοκρατορία του θέλησε να επιβεβαιώσει με τις αλλαγές του ο κ. Παπανδρέου. Και το κατόρθωσε χωρίς προβλήματα. Η μόνη απορία που μένει είναι γιατί δεν όρισε τον κ. Βενιζέλο σκιώδη «υπουργό Παιδείας», ώστε να τον υποχρεώσει να επιστρατεύσει όλη του την ευφράδεια για να υπερασπίσει στη Βουλή την επίσημη γραμμή για το άρθρο 16 και συγχρόνως να εξηγήσει ότι και η αυτοακυρωτική αναθεώρηση απόψεων συγκαταλέγεται στις συμβατικές υποχρεώσεις ενός φιλόδοξου πολιτικού.