ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο χορός του θανάτου

Η δολοφονία πέντε κυνηγών σε ένα χωράφι προκαλεί δέος, διώχνει την ομίχλη και ξαφνικά βλέπουμε ένα ρήγμα βαθύ και στοιχειωμένο. Ο αριθμός των θυμάτων είναι τέτοιος που το έγκλημα αποκτά σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Είναι από αυτά που θα μείνουν χαραγμένα στη συλλογική μνήμη. Μπορεί να σκύβουμε το κεφάλι μπροστά σε τόσο μεγάλο πόνο, αλλά δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν καταλαβαίνουμε τι συνέβη εκείνο το σαββατιάτικο σούρουπο μέσα στα τριφύλλια και τις καλαμιές. Πώς ένας φαινομενικά φιλήσυχος άνθρωπος έγινε μηχανή θανάτου, πώς ο τσοπάνος έγινε λύκος μέσα σε μαντρί.

Η ελληνική ύπαιθρος δεν έπαψε ποτέ να είναι επικίνδυνη. Οποιος έχει έστω και μικρή αλλά ουσιαστική επαφή με χωριό έχει νιώσει τις αρχέγονες εντάσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε γείτονες για λίγα μέτρα γης ή για ποτιστικό νερό, ανάμεσα σε αγρότες και κυνηγούς που καταπατούν ξένες ιδιοκτησίες ή τρομάζουν τα ζώα τους, ανάμεσα στους «ξένους» από την πόλη και τους ανθρώπους που περνούν όλη τους τη ζωή στα χωράφια. Το βίαιο ξέσπασμα καραδοκεί.

Τα καλά τείχη κάνουν τους καλούς γείτονες. Αυτό ίσχυε και θα ισχύει πάντα. Ηταν πιο εφικτό όταν τα χωριά ήταν ζωντανά. Σήμερα, οι αγρότες είναι λίγοι και ο συνεκτικός ιστός έχει τραυματιστεί. Οι κοινωνικοί μηχανισμοί για την εκτόνωση κρίσεων έχουν αποδυναμωθεί. Πάντα υπήρχαν εγκλήματα ιδιοκτησίας και τιμής, αλλά ενώ παλαιότερα οι αφορμές ήταν πιο πολλές, η κοινωνία απορροφούσε τους κραδασμούς. Ο κόσμος συνήθιζε την καθημερινή τριβή, και, τις δύσκολες στιγμές, συνήθως κάποιοι έμπαιναν στη μέση να προλάβουν το κακό. Στις περιοχές όπου κυριαρχούσε η αυτοδικία -όπως στην Κρήτη και στη Μάνη- φαίνεται πόσο λίγη εμπιστοσύνη είχαν οι άνθρωποι στους θεσμούς, ως απομεινάρι της σκλαβιάς και των αυθαιρεσιών αιώνων.

Με τους φόνους στα Καλύβια Αγρινίου είδαμε, σαν σκουριά κάτω από την μπογιά, τα σημάδια των πρωτόγονων κοινωνιών, οι οποίες βασίζονταν στον απλό αλλά αποτελεσματικό κανόνα ότι εμπιστευόμαστε μόνο τους δικούς μας ανθρώπους. Που σημαίνει: Κάνουμε καλό στους φίλους και κακό στους εχθρούς μας. Δεν υπήρχαν ανώτεροι θεσμοί επίλυσης προβλημάτων. Τα αχαλίνωτα πάθη στην ύπαιθρο μοιάζουν με αυτά της ομηρικής εποχής. Μόνο που σήμερα οι εύθικτοι και ευερέθιστοι πολεμιστές είναι οπλισμένοι με επαναληπτικές καραμπίνες.

Ο Διονύσης Φούκας φαίνεται να ζούσε σε αυτό τον κόσμο, όπου ένας άνθρωπος έχει εμπιστοσύνη μόνο στην οικογένειά του και στο όπλο του. Χωρίς να είναι αντικοινωνικός, ήταν κλειστός. «Ζούσε με τους γονείς του και πήγαινε στην εκκλησία», όπως παρατήρησε κάποιος συγχωριανός. Αλλά αυτός ο απομονωμένος άνθρωπος ήταν και παθιασμένος κυνηγός. Δηλαδή, ήξερε και από όπλα, και από σημάδι, αλλά και την ηδονή τού να βάλεις το θύμα στο στόχαστρο και να το τελειώσεις, να το λιώσεις. Να επιβληθείς πάνω του. Το κυνήγι ήταν πάντα εξάσκηση πολέμου.

Οταν όλα τα πρόσωπα του δράματος είναι επί σκηνής, μία σπίθα μόνο χρειάζεται για να γίνει το κακό. Μία άστοχη κίνηση, μία κουβέντα προσβλητική και το αίμα κοχλάζει. Οταν γίνει η πρώτη πράξη βίας, ακολουθούν κι άλλες, ώς το τέλος. Μέσα στο αμόκ, μέσα στο αίμα, δεν υπάρχει λογική, δεν υπάρχει αναστολή, ούτε φόβος, ούτε έλεος. Υπάρχει μόνο το όπλο και ο εχθρός. Ο χορός του θανάτου αρχίζει.