ΑΠΟΨΕΙΣ

Περί στρατηγικού πλεονεκτήματος

Οσα συμβαίνουν εν όψει του αυριανού συμβουλίου υπουργών της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες, όπου θα αποφασιστούν, υποτίθεται, οι κυρώσεις που θα επιβληθούν στην Αγκυρα, επειδή δεν υλοποίησε τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι των «25», έρχονται για άλλη μια φορά να γκρεμίσουν έναν από τους βασικούς μύθους, που έχει δημιουργηθεί στη χώρα μας γύρω από την Ευρώπη και τη συμβολή της στην «προάσπιση» των λεγόμενων εθνικών θεμάτων. Με άλλα λόγια, το στρατηγικό πλεονέκτημα που είχε εξασφαλίσει, μετά την ένταξή της στην ΕΟΚ, η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας και πάντα σε ό,τι αφορά τη θωράκισή της έναντι των απειλών που δέχεται.

Τα τελευταία 26 χρόνια η θέση της Τουρκίας σε διεθνές επίπεδο κάθε άλλο παρά περιορίστηκε ή υποβαθμίστηκε. Επί εποχής στρατηγικού πλεονεκτήματος επισυνέβησαν τα Ιμια, η κορύφωση των παραβιάσεων στο Αιγαίο, αλλά και η αιτία πολέμου (casus beli) που εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Καμιά Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και καμιά ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δεν υποχρέωσε -αν υποτίθεται ότι ενδιαφέρθηκε και προσπάθησε- να μεταβάλει η Αγκυρα στάση και να εγκαταλείψει τις διεκδικήσεις της.

Το ίδιο τείνει να συμβεί σήμερα με το «στρατηγικό πλεονέκτημα» που απέκτησε η Κύπρος με την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2004. Η απόκτησή του -και επομένως η δυνατότητα της Λευκωσίας από ισχυρότερη θέση να επιβάλει καλύτερες λύσεις στο Κυπριακό- ήταν το κύριο επιχείρημα των πολέμιων του σχεδίου Ανάν. Ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει υπέρ της Λευκωσίας και ο δέκτης των πιέσεων και των επικρίσεων είναι και πάλι η ελληνοκυπριακή πλευρά.

Οπως τον Δεκέμβριο του 2004, οι «25» ελαφρά την καρδία και υπό τις πιέσεις της Ουάσιγκτον, αποφάσισαν να δώσουν στην Αγκυρα την έναρξη των πολυπόθητων ενταξιακών διαπραγματεύσεων παρά το γεγονός ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, έτσι και σήμερα οι ίδιοι, για τους ίδιους λόγους, προτιμούν τον περαιτέρω εξευτελισμό της Ε.Ε. παρά να στενοχωρήσουν «υπέρμετρα» την Τουρκία. Υπό κανονικές συνθήκες, η πρόταση που παρουσίασε η κυβέρνηση Ερντογάν θα πήγαινε κατευθείαν στον κάλαθο των αχρήστων. Αντιθέτως, και επειδή ακριβώς στη συνδιαμόρφωσή της φαίνεται ότι έβαλαν το χέρι τους οι Βρετανοί, η φινλανδική προεδρία και κάποιοι από τους γραφειοκράτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συζητήθηκε. Απασχόλησε, δηλαδή, σοβαρά έναν διεθνή οργανισμό, που φιλοδοξεί να παίζει παγκόσμιο ηγετικό ρόλο, το ότι μία χώρα που θέλει να γίνει μέλος του, δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του.

Η Τουρκία, χωρίς να πιεστεί από κανέναν, ανέλαβε την υποχρέωση να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της στο εμπόριο όλων των κρατών – μελών της Ενωσης. Στα μισά του δρόμου αποφάσισε ότι αδυνατεί να το πράξει με την Κύπρο, διότι δεν τη συμφέρει και ζητεί ανταλλάγματα για να ενισχύσει διεθνώς την υπόσταση του κατεχόμενου τμήματος της νήσου. Με άλλα λόγια, έγραψε τους «25» της Ε.Ε. στα παλαιότερα των υποδημάτων της και ζητεί από αυτούς να την επιβραβεύσουν. Ολα αυτά δε, παρότι διαθέτει… «στρατηγικό μειονέκτημα» έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου. Ωστόσο, στις Βρυξέλλες, αύριο οι υπουργοί Εξωτερικών και πιθανότατα στο τέλος της εβδομάδας οι αρχηγοί κρατών, αν ήθελαν να είναι συνεπείς με τις αρχές που πρεσβεύουν, θα έπρεπε να κρίνουν την ασυνέπεια και απρέπεια της Αγκυρας και όχι τη στάση του κ. Τάσσου Παπαδόπουλου…