ΑΠΟΨΕΙΣ

Το αίνιγμα της πολιτικής κυριαρχίας

Η πολιτική κυριαρχία είναι κάτι το οποίο διαπιστώνεται εκ των υστέρων. Ξέρουμε, δηλαδή, ότι υπήρξε πολιτική κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα μετά την εικοσαετή διακυβέρνησή του. Διακρίναμε την πολιτική κυριαρχία του θατσερισμού στη Βρετανία μετά τις τρεις και μία νίκες των Συντηρητικών (τρεις της Μάργκαρετ Θάτσερ και μία του Τζον Μέιτζορ).

Ο κ. Γιάννης Λούλης προσπαθεί με το βιβλίο του «Πολιτική κυριαρχία. Πώς κερδίζεται, πώς χάνεται» (εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη) να βρει εκείνα τα χαρακτηριστικά των πολιτικών προτάσεων που εξασφαλίζουν μακρά διακυβέρνηση ενός κόμματος.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «το βιβλίο καταγράφει τη διαδρομή ηγετών από τη Θάτσερ, τον Ρέιγκαν, τον Μιτεράν, τον Γκονζάλεθ, τον Κλίντον, τον Αθνάρ, τον Σρέντερ έως τον Μπλερ και τον Μπους. Στέκεται στην πορεία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη και την πρόσφατη επικράτηση του Κώστα Καραμανλή». Κυρίως, όμως, ο κ. Λούλης επιχειρεί, όπως και στα προηγούμενα βιβλία του, να βρει πώς αποτυπώνονται οι κοινωνικές αγωνίες και επιθυμίες στην πολιτική διεργασία. Πώς οι ανάγκες της πλειονότητας των πολιτών μεταφράζονται σε εκλογικές πλειοψηφίες.

Σε κάθε πολιτική συζήτηση όλοι έχουν κάποια άποψη. Οι δημοσκόποι έχουν δεδομένα. Ετσι και ο κ. Λούλης δίνει μεγάλη βαρύτητα στη βούληση του λαού όπως αυτή αποτυπώνεται στα γκάλοπ. Θα έλεγε κανείς ότι τη θεωρεί έκφραση μιας υπόγειας (ίσως και θέσφατης) γνώσης, που όλοι οφείλουμε να προσέξουμε και να σεβαστούμε. Τουλάχιστον οι πολιτικοί σχηματισμοί που θέλουν να έχουν θετικά εκλογικά αποτελέσματα.

Με συστηματική χρήση των δημοσκοπικών αποτελεσμάτων ο συγγραφέας προσπαθεί να τεκμηριώσει το τέλος μιας εποχής, που στο επίκεντρό της είχε τις σαφείς διαχωριστικές γραμμές και την ανατολή μιας νέας πραγματιστικής περιόδου. Η τελευταία, κατά τον κ. Λούλη, δεν έχει ιδεολογίες, έχει αποτελέσματα. Δεν αναλώνεται σε ορθοδοξίες, δημιουργεί μείγματα πολιτικής που ακούγονται πραγματιστικά και μη απειλητικά στις μετακινούμενες μεσαίες τάξεις, που δίνουν τελικά νίκες στις εκλογές, νίκες οι οποίες αν σωρευτούν τις αναγνωρίζουμε εκ των υστέρων ως «πολιτική κυριαρχία».

Το 400 σελίδων βιβλίο συνοψίζει τις προηγούμενες θεωρήσεις του κ. Λούλη για τα πολιτικά πράγματα όπως π.χ. περί τριγωνοποίησης της πολιτικής ρητορείας, περί μεσαίου χώρου κ.λπ. Αν χρειαζόταν υπότιτλο, θα προτείναμε κάτι στον αντίποδα του Χομπσμπάουμ «το τέλος της εποχής των άκρων». Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις πολιτικές διεργασίες.

«Η εποχή του πραγματισμού την οποία διανύουμε απαιτεί από τα κόμματα -και ιδίως από τα κόμματα εξουσίας- μια συνολικά νέα οπτική. Δεν αρκεί όμως μια και μεγάλη προσαρμογή. Χρειάζονται συνεχείς μικρές προσαρμογές απέναντι σε ένα εκλογικό σώμα που γίνεται όλο και πιο σύνθετο στο μείγμα των αντιλήψεών του.

Η τελευταία επισήμανση είναι κρίσιμη. Διότι η πλειοψηφία των ψηφοφόρων στην εποχή μας και κυρίως εκείνοι του μεσαίου χώρου δεν τοποθετούνται μονοσήμαντα σε όσα συμβαίνουν γύρω τους, όπως έτεινε να συμβαίνει στο παρελθόν. Η στάση τους είναι πολυεπίπεδη και σε καμία περίπτωση γραμμική.

Η κυριαρχούσα άποψη που διατυπώνεται από πολλούς είναι πως τα τελευταία χρόνια η κοινή γνώμη έχει γίνει «συντηρητική». Ο αφορισμός είναι ταυτόχρονα απλοϊκός αλλά και ανακριβής.

Η κοινή γνώμη, στην εποχή μας, δεν νοείται να προσεγγιστεί και να αναλυθεί μονοδιάστατα. Διότι, αν συμβεί κάτι τέτοιο, δεν θα μπορέσουμε να την καταλάβουμε. Ζητούμενο είναι μια σύνθετη προσέγγιση, καθώς οι πραγματιστές ψηφοφόροι είναι πολυεπίπεδοι στις αντιλήψεις τους.

Οι αντιλήψεις αυτές είναι ταυτόχρονα συντηρητικές και προοδευτικές. Οι ψηφοφόροι αυτοί αλλού ζητούν πιο τολμηρές αλλαγές και αλλού επιθυμούν την επίδειξη σύνεσης. Θέλουν πολιτικούς ηγέτες που έχουν σταθερές απόψεις. Παράλληλα όμως εκτιμούν, σε συγκεκριμένες συγκυρίες, την ευελιξία των ηγετών. Προσεγγίζουν την πραγματικότητα με ρεαλισμό. Γνωρίζουν πως, κάτω από ορισμένες συνθήκες, είναι αναγκαία μια σκληρή οικονομική πολιτική. Την ίδια ώρα όμως αποζητούν από τους πολιτικούς την επίδειξη κοινωνικής ευαισθησίας για τους πιο ευάλωτους πολίτες. Αναγνωρίζουν πως στην εποχή μας οι ιδεολογίες έχουν περιορισμένη χρησιμότητα. Την ίδια στιγμή όμως νοσταλγούν την παρουσία ιδεολογιών. Δυσπιστούν προς τα οράματα. Ομως τα αποζητούν και τα θεωρούν απαραίτητα για την πρόοδο της χώρας.

Οι αντιλήψεις αυτές φαντάζουν αντιφατικές. Ομως, δεν είναι. Δείχνουν πάνω απ’ όλα την πολυπλοκότητα των αντιδράσεων των πραγματιστών ψηφοφόρων του μεσαίου χώρου, καθώς προσεγγίζουν τον κόσμο γύρω τους. Εχοντας απολέσει τις δικές τους βεβαιότητες, αμφισβητούν τις βεβαιότητες που εκπέμπει ο χώρος της πολιτικής στη μονοδιάστατη προσέγγισή του. Πιστεύουν πλέον πως τα περισσότερα προβλήματα έχουν πολλές όψεις και πως οι απαντήσεις κρύβονται στις αποχρώσεις, όχι στις μονοχρωμίες.

Οσο λιγότερο η οπτική των ψηφοφόρων της εποχής μας περνάει μέσα από το φίλτρο της ιδεολογίας και όσο περισσότερο επιστρατεύεται ο φακός του πραγματισμού τόσο πιο σύνθετα σκέπτονται και αντιδρούν οι ψηφοφόροι.

Αν τα παραπάνω δεν γίνουν αντιληπτά, τότε θα αποτύχουμε στην προσπάθεια να αναλύσουμε την εποχή του πραγματισμού.

Είναι λοιπόν αυτονόητο πως ηγέτες και παρατάξεις που φιλοδοξούν να κυριαρχήσουν είναι κομβικό να συλλάβουν αυτή την πραγματικότητα. Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα αποκοπούν από το πνεύμα της εποχής τους και τους κρισιμότερους ψηφοφόρους. Και εάν συμβεί αυτό θα μιλούν σε ώτα μη ακουόντων.

Το κενό που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στα κόμματα και στην κοινή γνώμη οφείλεται κυρίως σε ένα παράγοντα: στο ότι τα κόμματα χρησιμοποιούν μια μονοδιάστατη γλώσσα (που πλέον ηχεί όλο και πιο «ξύλινη») απέναντι σε μια κοινή γνώμη με όλο και πιο πολυσύνθετες αντιλήψεις. Αυτό το «κενό επικοινωνίας» είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας των κομμάτων να αλλάξουν με τους ίδιους ρυθμούς που αλλάζει η κοινωνία, ώστε να την προϋπαντήσουν.

Τα κόμματα μιλούν μια γλώσσα που απευθύνεται σε όλο και λιγότερους, ένα μικρόκοσμο στελεχών και φανατικών οπαδών, που είναι εθισμένοι στην επικοινωνία αυτή. Αν ακούσει κανείς κομματικά στελέχη να μιλούν μεταξύ τους και απλούς (μη κομματικοποιημένους) ψηφοφόρους να κάνουν το ίδιο, γίνεται αντιληπτό πως χρησιμοποιούν δύο διαφορετικές γλώσσες, οι οποίες σε ελάχιστα σημεία συναντιούνται. Αρα, μόνο πολιτικά πρόσωπα που υπερβαίνουν την ξύλινη γλώσσα των κομμάτων τους (και αυτά σπανίζουν) μπορούν να απευθυνθούν πειστικά στους πραγματιστές ψηφοφόρους και να «ακουστούν» από αυτούς.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι τόνοι και οι όροι με τους οποίους κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις ανταλλάσσουν βαριές κατηγορίες, όπως δείχνουν ποιοτικές δημοσκοπήσεις, όχι απλώς δεν πείθουν τους ψηφοφόρους, αλλά και τους απωθούν. Κανένας ψηφοφόρος του ευρύτερου μεσαίου χώρου, λ.χ., δεν υιοθετεί κατηγορίες της αντιπολίτευσης ότι μια κυβέρνηση είναι «επικίνδυνη για τον τόπο». Αντιστοίχως, απορρίπτει κυβερνητικές κατηγορίες ότι οι αντιπολιτεύσεις την «υπονομεύουν». Ακραίοι όροι και υπερβολικοί τόνοι είναι «εκτός εποχής», απ’ όπου και αν προέρχονται. Και, φυσικά, καταστρέφουν την αξιοπιστία όσων προσφεύγουν σε αυτούς.

Αντιστρόφως, η κοινή γνώμη απαιτεί από τα κόμματα όχι μόνο να μη μηδενίζουν και να μη δαιμονολογούν, αλλά και να αναγνωρίζουν θετικές ενέργειες ο ένας του άλλου. Λ.χ. η Ν.Δ. έσφαλε το 1999 όταν δεν αναγνώρισε με θάρρος και χωρίς μεμψιμοιρίες την πολύ ικανοποιητική κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού στον σεισμό της Αθήνας. Το ΠΑΣΟΚ σφάλλει, στην εποχή μας, όταν απορρίπτει συλλήβδην όλες τις μεταρρυθμίσεις, ειδικά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, που προωθεί η κυβέρνηση Καραμανλή.

Οταν τα κόμματα αντιδρούν με τον τρόπο αυτό, συνειδητά ή ασυνείδητα, απευθύνονται μόνο στον κομματικό τους μικρόκοσμο και στον σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων τους. Δεν πείθουν τη μεγάλη και κρίσιμη μάζα των πραγματιστών ψηφοφόρων. Κερδίζουν τις κραυγές των λίγων και χάνουν τη νηφάλια σκέψη των πολλών.

Το εκλογικό σώμα έχει αποστασιοποιηθεί από τις πολωτικές προσεγγίσεις της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της δεκαετίας του 1990. H απήχηση του Κώστα Σημίτη βασίστηκε στο ότι προσλαμβανόταν πρωτίστως ως τεχνοκράτης και δευτερευόντως ως πολιτικός. H όλη παρουσία του, που παρέπεμψε σε χαμηλούς τόνους, συμβάδιζε με την εποχή του πραγματισμού και την εξέφραζε. Οταν τη δεύτερη τετραετία του προσχώρησε στη στρατηγική του «σκληρού ροκ» της παρελθοντολογίας, της οξύτητας και των υψηλών τόνων, που ήταν ξένα προς τη «φυσική» του εικόνα, έγινε αντιληπτό ότι το ΠΑΣΟΚ έχανε τη μεγάλη διαχρονική δύναμή του: την προσαρμογή του στα ρεύματα της κάθε εποχής.

Οταν ένα κόμμα επιστρέφει στο παρελθόν για να αναζητήσει τον πολιτικό του λόγο, τότε είναι φανερό πως δεν παρακολουθεί την εποχή του. Διότι τα κόμματα που επιστρέφουν στο παρελθόν για να αναζητήσουν εκεί το πολιτικό οπλοστάσιό τους το κάνουν από θέση αδυναμίας. Από τη θέση αυτή, η πιο εύκολη και άκοπη λύση είναι θαλπωρή του γνώριμου – που όμως έχει ξεπεραστεί ανεπιστρεπτί».