ΑΠΟΨΕΙΣ

Διεθνες Βημα

Η σύνδεση γίνεται τόσο συχνά, ώστε φαίνεται σχεδόν φυσική, μέρος της κοινής λογικής. Πράγματι, βρισκόταν στις σελίδες των «Νιου Γιορκ Τάιμς» από την επόμενη κιόλας μέρα: «Καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μπους, επικράτησε η ιδέα των νεοσυντηρητικών να χρησιμοποιήσουν την αμερικανική στρατιωτική ισχύ για την προώθηση της δημοκρατίας ανά τον κόσμο, χάρη στην προώθησή της από τον Ντικ Τσένι και τον κ. Ράμσφελντ». Η επικρατούσα άποψη είναι ότι μια μικρή ομάδα νεοσυντηρητικών ιδεολόγων κυρίευσε το μυαλό μιας μικρής ομάδας ανώτερων κυβερνητικών αξιωματούχων και το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό: Ο ιρακινός εφιάλτης, απ’ τον οποίο δεν γνωρίζει κανείς πώς να διαφύγει.

Το επιχείρημά μου είναι ότι βεβαίως οι νεοσυντηρητικοί τάχθηκαν υπέρ του πολέμου και είχαν κάποια επιρροή στην κυβέρνηση. Ωστόσο, ο πόλεμος στο Ιράκ δεν ήταν σε καμία περίπτωση το αποκλειστικό πνευματικό αποκύημα μιας ομάδας της αμερικανικής πολιτικής ζωής. Προέκυψε από ένα συνδυασμό παραγόντων: Του σοκ της 11ης Σεπτεμβρίου· μιας κυβέρνησης, που αναζητούσε μια ισχυρή πολιτική, σε μια στιγμή εθνικής κρίσεως· και της απήχησης της νεοσυντηρητικής λύσης, μιας παλιάς καλής συνταγής, αμερικανικού τύπου φιλελεύθερου παρεμβατισμού.

Επειδή οι περισσότεροι, αν και όχι όλοι, οι νεοσυντηρητικοί είναι Εβραίοι και υποστήριζαν σε γενικές γραμμές το δεξιό Λικούντ, στο Ισραήλ, πολλοί επικριτές του πολέμου κατέληξαν να πιστεύουν ότι υποστήριξαν τον πόλεμο στο Ιράκ για χάρη των Ισραηλινών, παρά χάριν των αμερικανικών συμφερόντων.

Ωστόσο, αυτή η εκδοχή, αν και όχι εντελώς αναληθής, σε ορισμένες περιπτώσεις, αγνοεί μια υπό εξέλιξη συζήτηση στην αμερικανική ζωή, που απηχεί σε μεγάλο βαθμό τη συζήτηση, επί εποχής Ψυχρού Πολέμου, σχετικά με το πόσο καλά μπορεί να αντιμετωπιστεί η Σοβιετική Ενωση. Πρόκειται και πάλι, σε μεγάλο βαθμό, για μια συζήτηση μεταξύ ρεαλιστών και ιδεαλιστών, στην οποία οι νεοσυντηρητικοί επιλέγουν συστηματικά την ιδεαλιστική θέση, ανεξαρτήτως αν το Ισραήλ είναι μέρος της εξίσωσης ή όχι.

Το βαθύτερο πρόβλημα στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής ήταν πάντα πώς θα αντιμετωπιστούν τα ισχυρά αντιαμερικανικά αισθήματα, στο μεγαλύτερο μέρος του αραβικού και ισλαμικού κόσμου, μια έχθρα που έλαβε εντελώς διαφορετική σημασία μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Μια σχολή σκέψης υποστήριξε ότι οι Αμερικανοί έπρεπε να είναι πιο δεκτικοί στις αραβικές ανησυχίες, εν μέρει με το να είναι λιγότερο φιλοϊσραηλινοί, ενώ την ίδια στιγμή να αντιμετωπίσουν τα βαθύτερα αίτια της ισλαμικής οργής – φτώχεια, δικτατορίες και απόγνωση των νέων.

Η εναλλακτική άποψη και η άποψη των νεοσυντηρητικών ήταν ότι δεν θα έπρεπε να κινδυνεύσει η ισραηλινή ασφάλεια, για να περιοριστεί το αραβικό μίσος εναντίον των ΗΠΑ, ότι θα ήταν ένα είδος αδυναμίας να αντιμετωπίσουν το άκαμπτο και παράλογο, θανατηφόρο και τρομοκρατικό μίσος των ισλαμιστών εναντίον των ΗΠΑ και του Ισραήλ, με μια προσπάθεια να είναι δεκτικοί και υποχωρητικοί σε ορισμένες από τις απαιτήσεις των ισλαμιστών εξτρεμιστών.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ήταν οι νεοσυντηρητικοί που φαινόταν να έχουν μια απάντηση, μια πορεία δράσης πέραν του βομβαρδισμού του Αφγανιστάν για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα στη ρίζα του – να αλλάξουν μια μεσανατολική κουλτούρα, βαθιά και επικίνδυνα βλαβερή, αρχίζοντας με την ανατροπή του τυραννικού Σαντάμ Χουσεΐν.

Ωστόσο, οι νεοσυντηρητικοί δεν ήταν μόνοι στην προώθηση αυτής της στρατηγικής, ελλείψει άλλης.

Δεν ήταν άλλος από τον Κόλιν Πάουελ, μη νεοσυντηρητικός, αυτός που έδωσε τα στοιχεία σύνδεσης του Σαντάμ με την Αλ Κάιντα, ενώπιον του ΟΗΕ. Ηταν ο Μπιλ Κλίντον, ο οποίος ως πρόεδρος υπέγραψε την Πράξη Απελευθέρωσης του Ιράκ, το 1998, με την οποία η υποστήριξη της ιρακινής αντιπολίτευσης κατέστη επίσημη πολιτική των ΗΠΑ. Και η Χίλαρι Κλίντον ήταν ανάμεσα στους 29 Δημοκρατικούς γερουσιαστές, που συγκατένευσαν το 2002 στην ανατροπή του Σαντάμ.