ΑΠΟΨΕΙΣ

Θρησκευτικές αντιπαλότητες

H κοινή διακήρυξη του Αρχιεπισκόπου και του Πάπα για τη συνέχιση και τη διεύρυνση του διαλόγου των δύο Εκκλησιών ήταν προφανώς μια αξιοσημείωτη πράξη χριστιανικής ομοθυμίας. Δεν εξηγείται αλλιώς τόσος ενθουσιασμός. Το ξεδίπλωμα του κειμένου της συμφωνίας με τους πολυσυζητημένους θυρεούς από τον Αρχιεπίσκοπο εκφράζει και τη σημασία της ιστορικής στιγμής.

Παλιότερα οι αγκυλώσεις της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας είχαν καταφέρει να σταματήσουν παρόμοιες πρωτοβουλίες. Αλλά σ’ έναν κόσμο που σπαράσσεται πλέον από θρησκευτικές αντιπαλότητες, οι ηγέτες των δύο Εκκλησιών έπρεπε να δώσουν το καλό παράδειγμα. Κι έτσι κατάφεραν τελικά να συναντηθούν και να υπογράψουν από κοινού ένα κείμενο γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα, τους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης ή της γενετικής. Εν ολίγοις, ασχολήθηκαν με μερικούς βασικούς σύγχρονους φόβους.

Οποτε διαβάζω κείμενα για «την δύσβατον ατραπόν του διαλόγου της αληθείας» σκέφτομαι τον συγγραφέα Νίκο Παναγιωτόπουλο και την «Αγιογραφία» του. Αναρωτιέμαι μαζί του για την επιβίωση της ιερατικής γλώσσας και για τις συνδηλώσεις της σε θέματα προόδου και εξέλιξης. Η γλώσσα των σημερινών εκκλησιαστικών κειμένων θυμίζει μια κεφαλαιώδη στιγμή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μετά την κατάργηση του πολυτονικού. Υπήρχαν τότε συγγραφείς που παρότι έγραφαν σε μονοτονικό, απαιτούσαν πολυτονική διόρθωση. Θεωρούσαν ότι το κείμενο απέπνεε έτσι τη «σοβαρότητα» που οι ίδιοι είχαν χάσει; Ποτέ άλλοτε οι ευσεβείς πόθοι που εκδηλώνονται μέσω της γλώσσας δεν είναι τόσο αναγνωρίσιμοι όσο τη στιγμή μιας συντονισμένης ρυθμιστικής γλωσσικής αλλαγής. Η επιβίωση παλιότερων συντακτικών ή μορφολογικών δομών καταφέρνει να εκφράζει ένα είδος αγιότητας – και στη θρησκεία και στη λογοτεχνία.

Και το ζήτημα που προκύπτει είναι: μπορεί η «αγιότητα» να διατηρηθεί με σύγχρονους τρόπους; Ή χρειάζεται αυτό το περίβλημα σοβαροφάνειας για να υπάρξει; Προχθές, σε μια μεγάλη λεωφόρο του Βερολίνου είδα μια γιγαντοαφίσα της Ευαγγελικής Εκκλησίας. Εγραφε: «Είμαστε ανοιχτά κάθε Κυριακή» – η ελαφριά ειρωνεία και η μίμηση της γλώσσας των καταστημάτων λειτουργούσε επικοινωνιακά μάλλον καλύτερα από το ξεδίπλωμα περγαμηνών με θυρεούς. Ηταν μια λαϊκή παραίνεση, αν μη τι άλλο, που μάλλον διευκολύνει την πρόσβαση στην «δύσβατον ατραπόν της αληθείας». Αλλά για να μην παρεξηγηθούμε: το θέμα δεν είναι η επικοινωνιακή πολιτική των θρησκειών, αλλά η αδυναμία τους να αφουγκραστούν τον σημερινό κόσμο. Κι ωστόσο οι θρησκείες, όλες οι θρησκείες, τα καταφέρνουν ακόμα – άλλες να παραινούν με κηρύγματα κι άλλες να σκορπίζουν τρόμο με βόμβες.