ΑΠΟΨΕΙΣ

Η τιμή της γαλοπούλας

Σε όλες τις χώρες του κόσμου ισχύει ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης. Δεν συζητούν αν είναι δίκαιος ή άδικος, όπως δεν αναρωτιούνται αν είναι δίκαιος ή άδικος ο νόμος της βαρύτητας. Τον θεωρούν αυτονόητο και στη βάση του απλό: όσο αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος τόσο μειώνεται η ζήτησή του και αντίστροφα.

Είναι και χρήσιμος: επιτρέπει στις οικονομίες να αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν.

Μόνο στην Ελλάδα αυτός ο νόμος έχει επικηρυχθεί. Δεν ισχύει ή δεν θέλουμε να ισχύει. Οπως οι ιεροεξεταστές του ύστερου Μεσαίωνα βάφτισαν το τηλεσκόπιο όργανο του διαβόλου και δεν το συμβουλεύτηκαν ποτέ για να ξεφύγουν από τη βολή της γεωκεντρικής θεωρίας, έτσι και οι Ελληνες θεωρούν εξίσου διαβολική την αγορά.

Σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες η αγορά είναι ένας μηχανισμός με τον οποίο οι λίγοι που ποτέ δεν βλέπουμε κλέβουν τους πολλούς που μονίμως βλέπουμε – κυρίως στα πρωινάδικα και δευτερευόντως στα δελτία ειδήσεων.

Η καλύτερη ένδειξη ότι ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης δεν είναι αυτονόητος στην Ελλάδα έχει να κάνει με τους «επιτήδειους της αγοράς», όπως με στόμφο και νόημα μας ζαλίζουν πρωί, μεσημέρι, βράδυ, οι τηλερεπόρτερ.

Οι «επιτήδειοι της αγοράς», κατά την κοινώς παραδεκτή μυθολογία, εκμεταλλεύονται διάφορες καταστάσεις για να κερδίζουν (αυτή κι αν είναι η πλέον ποινικοποιημένη λέξη) χρήματα. Ετσι, όπως γίνεται σε κάθε εορταστική περίοδο και με αφορμή την τιμή της γαλοποπούλας επέστρεψε στο λεξικό των δελτίων μας ο όρος, «επιτήδειοι» οι οποίοι προέβησαν στο ανοσιούργημα να αυξήσουν τις τιμές του πατροπαράδοτου (άλλων χωρών) αυτού εδέσματος.

Κατ’ αρχήν, πρέπει να πούμε ότι για να βρίσκεται κάποιος στην αγορά πρέπει να είναι «επιτήδειος». Πρέπει να οσμίζεται την προσφορά και τη ζήτηση των προϊόντων και να επενδύει εκεί όπου υπάρχει το (μετά… συγχωρήσεως) μεγαλύτερο κέρδος. Δεν μπορεί να έχει στόχο την ελαχιστοποίηση του κέρδους, ή ακόμη και τις ζημίες, για να ικανοποιηθεί ο λαϊκισμός της τηλεόρασης. Αν το κάνει, κλείνει το μαγαζί και γίνεται δημόσιος υπάλληλος.

Δεύτερον, οι ίδιοι «επιτήδειοι» της αγοράς που αύξησαν την τιμή της γαλοπούλας κράτησαν σταθερές τις τιμές άλλων πουλερικών. Δεν το έκαναν, γιατί εκτός από «επιτήδειοι» είναι ταυτόχρονα και «φουκαράδες της αγοράς», αλλά επειδή κινδυνεύουν να τους μείνουν απούλητα τα κοτόπουλα και να καταλήξουν σε χωματερές χάνοντας χρήματα. Γι’ αυτούς, βέβαια, δεν ακούμε ποτέ τίποτε, ίσως επειδή δεν αποτελούν είδηση: στην Ελλάδα πιστεύουμε ότι προορισμός των επιχειρηματιών, από το μαγαζάτορα μέχρι τον μεγαλομέτοχο εταιρειών, είναι να χάνουν χρήματα.

Τρίτον. Οση «επιτηδειότητα» κι αν δείξουν διάφοροι στην αγορά το ταγκό χορεύεται με δύο. Οι καταναλωτές δεν υποχρεώνονται να κάνουν την α΄ ή β΄ επιλογή. Είναι ελεύθεροι άνθρωποι: ζυγίζουν τις επιθυμίες τους και κάνουν τις αγορές τους. Αν δεν υπάρξει και η αντίστοιχη ζήτηση από την άλλη πλευρά, οι υψηλές τιμές των «επιτήδειων» δεν έχουν καμιά τύχη. Με άλλα λόγια, αν οι καταναλωτές θεωρήσουν τις τιμές υψηλές, η «επιτηδειότητα» πάει περίπατο και οι «επιτήδειοι» θα αναγκαστούν να ρίξουν τις τιμές.

Υπάρχει διάχυτη η αντίληψη στη λαϊκή κουλτούρα, καθρέφτης της οποίας είναι η τηλεόραση, ότι η αγορά είναι από τη φύση της κάτι κακό.

Εξ ου και η δαιμονολογία περί «επιτήδειων», «κερδοσκόπων», «αισχροκέρδειας», όροι οι οποίοι δεν πρέπει να απαντώνται σε άλλη γλώσσα. Γι’ αυτό ίσως δεν στεριώνει επιχειρηματική κουλτούρα στη χώρα.

Ποιο παιδί θα ονειρευόταν να γίνει «επιτήδειος» ή «κερδοσκόπος»; Ολα δημόσιοι υπάλληλοι θέλουν να γίνουν…