ΑΠΟΨΕΙΣ

Η σύγχρονη ελληνική αδράνεια

Κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τον κυνισμό του Ελληνα, τη διάθεσή του να μειώσει οτιδήποτε στις πραγματικές του διαστάσεις. Το θυμήθηκα τις προάλλες όταν, από τη Νέα Υόρκη, έγραψα ένα άρθρο για την «Αμερική που αγαπήσαμε». Το πρώτο γραπτό μήνυμα που πήρα, τη μέρα που δημοσιεύθηκε, έγραφε «τι ήθελες λοιπόν και γύρισες στην Ελλάδα», το δεύτερο «άντε καλώς να ορίσεις στο ελληνικό μπ…». Αυτός ο αυτάρεσκος κυνισμός, η λογική πως μπορεί να είμαστε μπάχαλο κράτος, μπάχαλο παιδεία αλλά είμαστε «πιο μάγκες απ’ όλους» με εντυπωσιάζει πάντοτε.

Κάθε φορά που βρίσκομαι στην Αμερική συναντάω Ελληνοαμερικανούς, ούτε επαγγελματίες ομογενείς ούτε και ανθρώπους που μισούν την Ελλάδα με τη λογική του γενίτσαρου. Μιλάω γι’ ανθρώπους που τη λατρεύουν, είναι πιο Ελληνες από εμάς και που δεν την καταλαβαίνουν. Δεν πιάνουν αυτόν τον κυνισμό, τον ναρκισσισμό που απορρίπτει οτιδήποτε άλλο. Μερικοί προσπάθησαν να στήσουν επιχειρήσεις στην Ελλάδα και τα μάζεψαν και έφυγαν. Αλλοι δοκίμασαν το ελληνικό πανεπιστήμιο και έφαγαν κυριολεκτικά τα μούτρα τους. Τους τρελαίνει η απίστευτη αδράνεια στη χώρα μας, το πως μπορεί να χρειασθούν μήνες ή και χρόνια για να αλλάξουν μικρά, αυτονόητα πράγματα. Τους ενοχλεί η «μαγκιά», η λογική που επιβάλλει να καπνίσω εκεί που δεν μπορώ, η λογική που «έβαλε» τις χειροπέδες στον Ελληνα πολιτικό που νόμιζε ότι βρισκόταν ακόμη στην κεντρική αγορά της πόλης του. Εχουμε γίνει μια χώρα που τα παιδιά της γίνονται Ικαροι όταν βγαίνουν από τα σύνορά της, εκεί καταλαβαίνουν πως μπορούν να πετάξουν με τα δικά τους φτερά. Εδώ μόλις δούμε κάποιον να πετάει είτε προσευχόμαστε όλοι μαζί να νιώσει τις συνέπειες της ύβρεως όσο πιο γρήγορα γίνεται είτε πιστεύουμε ότι δεν πέταξε με δικά του φτερά αλλά κάποιος τον σήκωσε με ένα αόρατο νήμα.

Οποιος πρεσβεύει κάτι διαφορετικό από το συνηθισμένο στάτους κβο ακούει συνήθως αυτή τη φράση που απεχθάνομαι όσο τίποτα, «εδώ έτσι γίνεται και άμα σ’ αρέσει φίλε». Ετσι έχουμε σταματήσει να ονειρεύομαστε σαν χώρα. Οταν μιλάμε για το άρθρο 16 κανείς δεν τολμάει να διατυπώσει το όνειρο νέων Ελλήνων ευεργετών που θα μπορούσαν -γιατί όχι- να ιδρύσουν μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια που θα γίνονταν ακαδημαϊκά κέντρα στα Βαλκάνια.

Παλιότερα έλεγα πως θα ήθελα να ζω στην Αμερική 9 με 5 και μετά, και βεβαίως τα Σαββατοκύριακα στην Ελλάδα. Κατά βάθος ήθελα να συνδυάσω τον επαγγελματισμό με τον ελληνικό τρόπο ζωής που είναι απρόβλεπτος, ανθρώπινος, τρελός, άντε και λίγο ηδονιστικός. Με τον καιρό είδα πως το εύκολο είναι να περνάς καλά, να περπατάς στο πεπατημένο μονοπάτι και να πιστεύεις ότι «εδώ έτσι γίνεται αλλά και έξω παντού τα ίδια είναι!». Κάθε φορά που πάω ένα μεγάλο ταξίδι έξω συνειδητοποιώ πως οι ανθρωποι που είναι πραγματικοί Ελληνες, και όχι Ρωμιοί, όπως έγραφε κάποτε ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, μπορεί να μένουν στην Αμερική, στην Αυστραλία, στον Πειραιά, αλλά έχουν ένα κοινό: τους τη δίνει η σύγχρονη ελληνική αδράνεια, η ψευτομαγκιά και το κυριότερο το γεγονός πως ο Ελληνας χάνει το μεγαλύτερό του ατού, να ονειρεύεται να μπαρκάρει σε ταξίδια και περιπέτειες, να κερδίζει τον κόσμο αντί να τον κοιτάει με μιζέρια, να περνάει από μπροστά του με ιλιγγιώδη ταχύτητα.