ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια υπονόμευση της ελευθερίας

Ακούγεται ως κοινοτοπία ότι η ελευθερία του Τύπου είναι βασικό θεμέλιο της Δημοκρατίας – λιγότερο στους κάπως παλαιότερους που ζήσαμε τη μαύρη επταετία της δικτατορίας (και της λογοκρισίας). Η διακήρυξη του άρθρου 14 του Συντάγματος «ο Τύπος είναι ελεύθερος», στις μέρες μας, μοιάζει σαν επιβεβαίωση του αυτονόητου. Και ο περιορισμός που επιβάλλει το επόμενο άρθρο του Συντάγματος και εξαιρεί από την κατοχύρωση της ελευθερίας άλλα μέσα μαζικής επικοινωνίας (τον κινηματογράφο, τη φωτογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση), παρά τις δικαιολογίες που προβάλλονταν, φαινόταν πονηρή συρρίκνωση της Δημοκρατίας. Γι’ αυτό και πολλοί από εμάς πολεμήσαμε πριν από μερικά χρόνια, για την ουσιαστική αχρήστευση αυτής της εξαίρεσης – ώσπου καθιερώθηκε η ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση (ομολογία αμαρτήματος;).

Βέβαια, η διακήρυξη της ελευθερίας του Τύπου ανέπτυσσε όλη την πρακτική της σημασία όσο μπορούσε να ασκηθεί με σχετικώς απλά και φθηνά τεχνητά μέσα έτσι ώστε να είναι περίπου προσιτή στον καθένα. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας είχε ως αποτέλεσμα ότι σήμερα για να στηθεί μια επιχείρηση Τύπου, ραδιοφωνίας ή τηλεόρασης χρειάζεται μεγάλα κεφάλαια, έτσι η διακήρυξη ότι ο καθένας «μπορεί» να την κάνει, μοιάζει με μαύρο χιούμορ. Ο καθένας, αλλά εφόσον είναι μεγάλος κεφαλαιοκρατικός οργανισμός…

Και δεν είναι μόνο για το στήσιμο της επιχείρησης που χρειάζονται μεγάλα κεφάλαια. Χρειάζονται και μεγάλα έσοδα για τη λειτουργία της. Οι πηγές αυτών των εσόδων είναι οι διαφημίσεις και η κυκλοφορία. Οι διαφημίσεις μπορεί να επηρεάσουν το περιεχόμενο γιατί δύσκολα δημοσιεύεις ή μεταδίδεις κάτι που θα κακοκαρδίσει κρίσιμα καλό πελάτη σου στις διαφημίσεις. Το επηρεάζουν και έμμεσα, καθώς για να έχεις διαφημίσεις πρέπει να έχεις κυκλοφορία ή ακροαματικότητα ή θεαματικότητα και αυτό σημαίνει ότι πάντα καραδοκεί ο πειρασμός των γούστων του μεγάλου κοινού. Η σοβαρότητα μιας εφημερίδας ή ενός σταθμού ή ενός καναλιού κρίνεται από τον βαθμό της αντίστασής του στον πειρασμό αυτόν. Και στον πειρασμό αυτόν δεν είναι εύκολη η αντίσταση γιατί το μέγεθος του κοινού σου φέρνει και χρήματα, αλλά και πολιτική επιρροή, καθώς οι αναγνώστες και οι ακροατές ή οι θεατές κάποτε μεταβάλλονται σε ψηφοφόρους – ένας φαύλος κύκλος χωρίς τελειωμό.

Ποιότητα και ήθος

Ενα πρώτο θύμα στον βωμό αυτού του φαύλου κύκλου είναι η ποιότητα του περιεχομένου. Ολες οι κακογουστιές, όλες οι ανοησίες, όλες οι αγραμματοσύνες που γράφονται, ακούγονται ή προβάλλονται μπορεί κατά ένα μέρος να οφείλονται στις ανεπάρκειες εκείνων που τις γράφουν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους είναι έτσι γιατί έτσι τις θέλουν εκείνοι προς τους οποίους απευθύνονται. Γιατί -κακά τα ψέματα- όσο μεγαλύτερο θέλεις να είναι το κοινό που θα σε προτιμήσει τόσο πρέπει να κατεβάζεις τον πήχυ των αξιώσεων που ανταποκρίνονται σε αυτό το κοινό. Κατεβασμένο αναπόφευκτα, αφού κριτήριο του προγράμματος είναι η εμπορική επιτυχία από την οποία εξαρτάται το κέρδος της επιχείρησης – προπάντων όταν το κέρδος, άμεσο και έμμεσο, ήταν το κίνητρο για τη δημιουργία της επιχείρησης.

Αλλά δεν είναι μόνον η ποιότητα που θυσιάζεται στον βωμό της εμπορικής επιτυχίας. Θυσιάζεται και το ήθος. Το ξέφρενο κυνήγι της επιτυχίας μπορεί να σε κάνει να αγνοήσεις κάποιους κανόνες που άλλοτε έχουν περιβληθεί τη δεσμευτικότητα του νόμου και άλλοτε μένουν μόνο στο επίπεδο της ευπρέπειας και της τιμιότητας – κοντολογίς σ’ αυτό που ονομάζεται ηθική. Παράδειγμα πρώτο: ο σεβασμός του ιδιωτικού βίου των άλλων ανθρώπων ή του απορρήτου των επικοινωνιών είτε στο μέτρο που προστατεύεται από το δικαίωμα της προσωπικότητας είτε και πέρα από αυτό. Παράδειγμα δεύτερο: ο σεβασμός της αλήθειας όχι μόνο με την αποφυγή των ψευδών που μπορεί να πιαστούν στο δόκανο του νόμου αλλά και εκείνων που εκφράζονται με τη δημιουργία συνειρμών και εντυπώσεων ικανών ίσως να περάσουν μέσα από τα δίχτυα του νόμου και των δικαστηρίων.

Ολα αυτά, όσο αληθινά και αν είναι, βέβαια δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η ιδιωτική ραδιοφωνία και η ιδιωτική τηλεόραση θα έπρεπε να καταργηθούν. Πρώτον, γιατί πάντα παραμονεύει ο κίνδυνος ενός κρατικού μονοπωλίου, μεροληπτικού και μονόπλευρου, προπάντων στον πολιτικό προσανατολισμό του υπέρ του κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία – όπως ήταν πριν ανοίξουν στους ιδιώτες οι πομποί και τα κανάλια. Αλλά και, δεύτερον, γιατί ό,τι μια φορά παραχωρήθηκε -ή κατακτήθηκε- δεν ξαναπαίρνεται πίσω. Τα ιδιωτικά μέσα μαζικής επικοινωνίας, προπάντων η ραδιοφωνία και ακόμα περισσότερο η τηλεόραση, έχουν γίνει θηρία τόσο δυνατά που ασφαλώς θα κατέτρωγαν όποιους πολιτικούς θα τολμούσαν να διανοηθούν κάτι τέτοιο.

Ούτε θα ήταν μέσο αποτελεσματικό κάποια έκκληση για εκούσια τήρηση κάποιων κανόνων στοιχειώδους δεοντολογίας από όσους εκμεταλλεύονται τους πομπούς και τα κανάλια. Με τα κηρύγματα οι άνθρωποι δεν σταματούν το κατρακύλημα προς το κακό προπάντων όταν βρίσκουν λαϊκή κατάφαση και όταν στο τέρμα του κατήφορου βρίσκεται χρήμα και δύναμη. Και αν κάποιος σταματούσε, δεν θα σταματούσαν άλλοι που θα καρπώνονταν εμπορικά το ότι έγιναν λιγότεροι – μια πριμοδότηση της ασυνειδησίας.

Τήρηση των ρυθμίσεων

Το κράτος όταν άρχισε να ανέχεται την ιδιωτική ραδιοφωνία και την ιδιωτική τηλεόραση, πρόβλεψε να καθιερώσει κάποιες ασφαλιστικές δικλίδες για τους κινδύνους που έβλεπε να δημιουργούνται. Συμπλήρωσε την ισχύουσα νομοθεσία και εδημιούργησε αρχές και συμβούλια για να εποπτεύουν την τήρησή της. Η αγαθή πρόθεση του κράτους υπήρχε και ίσως μπόρεσε να λάβει σάρκα και οστά είτε γιατί τα ιδιωτικά μέσα ηλεκτρονικής μαζικής επικοινωνίας δεν είχαν ακόμα θεριέψει είτε γιατί κανείς δεν είχε πολυπιστέψει ότι οι κανόνες που θεσπίζονταν θα τηρούνταν. Τώρα, βρισκόμαστε στο σημείο να υπάρχει ο αναγκαίος νομικός εξοπλισμός, έστω με κάποιες ανάγκες συμπλήρωσης και να μην τηρείται. Παράδειγμα: ακούμε για πρόστιμα που επιβάλλονται και ποτέ δεν ανακοινώθηκε αν τα πρόστιμα καταβλήθηκαν. Μένει η υπόνοια ότι πρόστιμα επιβάλλονται κυρίως για τα μάτια του κόσμου.

Η αυστηρή ρύθμιση και αυστηρή τήρηση της ρύθμισης είναι ο μόνος δρόμος για την περιφρούρηση της ελευθερίας και της πολυφωνίας στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, ακόμα και προπάντων τα ηλεκτρονικά. Αυτό αρχίζει να γίνεται κοινή συνείδηση σε όλους όσοι αντιμετωπίζουν με ένα αίσθημα ευθύνης τον δημόσιο βίο. Δεν πρέπει κανείς να παρασύρεται από τις υστερόβουλες κραυγές των ενδιαφερομένων ότι έτσι επιβάλλεται λογοκρισία.

Οσοι πριν από λίγες δεκαετίες γνωρίσαμε τι θα πει λογοκρισία και πολεμήσαμε για την κατάργησή της (και για την κατάργηση του πολιτικού καθεστώτος που την εκτρέφει και στηρίζεται σε αυτήν) έχουμε συνείδηση ότι η ελευθερία δεν επιζεί χωρίς κάποιο όριο – η υπέρβασή του την υπονομεύει.

Είναι ζήτημα αν η ισχύουσα νομοθεσία χρειάζεται κάποια συμπλήρωση. Αρκεί να υπάρξει το λίγο πολιτικό θάρρος για να τηρηθούν οι νόμοι. Μήπως αναστραφεί η πορεία προς τον κατήφορο.