ΑΠΟΨΕΙΣ

Μεταρρυθμίσεις και πολιτικό κόστος

Σε εκδήλωση για την παιδεία που οργάνωσε πρόσφατα, με απίστευτα ογκώδη συμμετοχή πνευματικών ανθρώπων, το «Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κ. Καραμανλής» καταγράφηκε η αγωνία και η επιθυμία όλων των συμμετεχόντων -των εκπροσώπων του πολιτικού κόσμου συμπεριλαμβανομένων- για τη δρομολόγηση επιτέλους των αναγκαίων εκείνων ρήξεων που θα βγάλουν τον τόπο από το σημερινό βουρκώδες τέλμα. Επιθυμία ειλικρινής αναμφίβολα, πλην όμως αφελής, γιατί η εμπειρία έχει επαρκώς αναδείξει την ακυρωτική δύναμη του φόβου του πολιτικού κόστους. Το χειρότερο, δε, είναι ότι ουδεμία προσπάθεια γίνεται κατά την παρούσα αναθεωρητική διαδικασία του καταστατικού χάρτη της χώρας να προωθηθούν θεσμικές τομές τέτοιες που θα μπορούσαν να συρρικνώσουν την παραλυτική επίδραση αυτού του παράγοντα. Και όμως, υπάρχουν τρεις απλές προτάσεις εξαιρετικά χρήσιμες προς την κατεύθυνση αυτή.

1) Στο μέτρο που «αντιμεταρρυθμιστικά» επενεργεί η ενδεχόμενη ύπαρξη στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας εκλογών για την ανάδειξη του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα μπορούσε εύκολα να θεσμοθετηθεί ότι στις εκλογές αυτές οι υποψήφιοι όλων των κομμάτων κατέρχονται σε ενιαίο ψηφοδέλτιο, π.χ. με 120 συνολικά ονόματα (έστω 5 κόμματα x 24 υποψήφιους το καθένα) και ο εκλογέας ψηφίζει μέχρι τρεις, τέσσερις ή πέντε από αυτούς, με επιτρεπόμενη και τη διακομματική σταυροδοσία. Κάτι τέτοιο θα απέτρεπε την εξαγωγή άμεσων και σαφών συμπερασμάτων για την απήχηση των κομμάτων τη συγκεκριμένη στιγμή και επομένως θα περιόριζε τον φόβο τους, πρωτίστως βέβαια του κυβερνητικού κόμματος, για το πολιτικό κόστος των υιοθετούμενων μεταρρυθμίσεων. Για να μην πολλαπλασιάζεται, δε, άπειρα ο αριθμός των συμμετεχόντων κομμάτων -και άρα το μέγεθος του ενιαίου ψηφοδελτίου- θα μπορούσε το δικαίωμα συμμετοχής να εξαρτάται από την πρόταση ενός μικρού αριθμού αιρετών προσώπων, του Κοινοβουλίου ή της τοπικής αυτοδιοίκησης.

2) Στο μέτρο που «αντιμεταρρυθμιστικά» επενεργεί, επίσης, η ενδεχόμενη ύπαρξη στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας εκλογών για την ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατίας, με ενδεχόμενο να προκληθεί διάλυση της Βουλής και πρόωρες εθνικές εκλογές, θα μπορούσε να προβλεφθεί δυνατότητα με 151 ψήφους (δηλαδή με μια συνήθη κυβερνητική πλειοψηφία) να παρατείνεται εφ’ άπαξ η θητεία του ήδη υπηρετούντος Προέδρου κατά ένα χρόνο. Αυτό δεν θα οδηγούσε σε επιλογή «κομματικού» ανώτατου άρχοντα, γιατί ο ήδη ασκών προεδρικά καθήκοντα έχει, κατά τη φάση της αρχικής του εκλογής, καταγεγραμμένη στο πρόσωπό του τη διακομματική αποδοχή. Παράλληλα, όμως, απαλλάσσει την κυβέρνηση από την αγωνία για ανεπιθύμητες πρόωρες εκλογές, γιατί δεν είναι λογικό και πολιτικά σκόπιμο η αντιπολίτευση να επιδιώξει διάλυση της Βουλής λόγω αδυναμίας εκλογής ΠτΔ, όταν υπάρχει πρόσφατη λαϊκή εντολή στην κυβέρνηση. Ενώ, όταν η προεδρική εκλογή προβλέπεται για τη μέση ή μετά τη μέση της κυβερνητικής θητείας, η ετήσια παράταση θα φέρει νομοτελειακά τις ενδεχόμενες πρόωρες εκλογές πολύ κοντά στην κανονική ολοκλήρωση του κυβερνητικού κύκλου. Τέλος,

3) Είναι γνωστό ότι η εναγώνια αναζήτηση σταυρών προτίμησης συμβάλλει -μαζί με πολλές άλλες αδυναμίες που έχει- στην ατολμία των πολιτικών προσώπων. Ο παράγοντας αυτός της τελμάτωσης θα μπορούσε, συνακόλουθα, σε μεγάλο βαθμό να ακυρωθεί ή να περιοριστεί με μια συνταγματική απαγόρευση της σταυροδοσίας βουλευτών. Και επειδή, αν αυτή επιχειρείτο στο πλαίσιο των υφιστάμενων εκλογικών περιφερειών, θα διέλυε με βεβαιότητα τα κόμματα (λόγω συγκρούσεων για την κατάταξη στις λίστες των υποψηφίων), θα μπορούσε να προταθεί μια συνταγματική διάταξη όπως η ακόλουθη: «Οι βουλευτές του εθνικού κοινοβουλίου αναδεικνύονται χωρίς σταυρό προτίμησης εν μέρει σε μονοεδρικές περιφέρειες και εν μέρει, σε ποσοστό τουλάχιστον 1/3 του συνόλου, σε εθνική βάση. Εναπόκειται στον κοινό νομοθέτη να προσδιορίσει τον συνολικό βαθμό αναλογικότητας του συστήματος μέσα από τον καθορισμό του τρόπου κατανομής των εδρών της εθνικής λίστας».

Συμπέρασμα: Είναι μάλλον προφανές ότι υπάρχουν θεσμικοί τρόποι ενδυνάμωσης της «τόλμης» του πολιτικού συστήματος. Ατυχώς, η υιοθέτησή τους προϋποθέτει και η ίδια τόλμη. Και αυτή, με τη σειρά της, προϋποθέτει μεταρρυθμιστική διάθεση και όχι μεταρρυθμιστική ρητορεία.