ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι τρεις εκδοχές των εκλογών

Στις βουβές και δυσπρόβλεπτες εκλογές της προσεχούς Κυριακής, όπως θα μπορούσε να αποφανθεί και ο παγίως κενολογών Ντε Λα Παλίς, μόνο τρία πράγματα μπορούν να συμβούν. Να νικήσει είτε το ένα είτε το άλλο από τα δύο μεγάλα κόμματα ή να μην επιτευχθεί μονοκομματική αυτοδυναμία. Δεν μπορεί να συμβεί τίποτε το καλύτερο και -ευτυχώς- τίποτε το χειρότερο. Σκόπιμο είναι λοιπόν να επιχειρηθεί μια ανάλυση του περιεχομένου αυτών των τριών ενδεχομένων.

Και ας αρχίσουμε από το τελευταίο· την μη επίτευξη αυτοδυναμίας, που είναι και το πλέον απίθανο, αφού ο εκλογικός νόμος πασχίζει να το αποτρέψει, ευνοώντας κατάφωρα το πρώτο σε αριθμό ψήφων κόμμα. Στην περίπτωση, λοιπόν, αυτή η Ν.Δ. ή το ΠΑΣΟΚ θα «υποχρεωθούν» να συμπράξουν με τον ΛΑ.Ο.Σ η πρώτη και τον Συνασπισμό το δεύτερο, ενώ το κόμμα του κ. Στέλιου Παπαθεμελή φιλοδοξεί να καταστεί μπαλαντέρ, επιβάλλοντας τους όρους της συνεργασίας του με το ένα ή το άλλο κόμμμα. Την έννοια αυτή έχουν και τα εισαγωγικά στη λέξη «υποχρεωθούν». Διότι το λογικότερο θα ήταν σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας τα δύο μεγάλα κόμματα να συγκυβερνήσουν τον τόπο, αφού τα πολιτικά τους προγράμματα συγκλίνουν περισσότερο, απ’ ό,τι των επιδόξων εταίρων τους είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά. Ωστόσο, κάτι τέτοιο φαίνεται μέχρι στιγμής αδύνατον, αφού τα δύο μεγάλα κόμματα -και ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ- διαπνέονται από την αντίληψη του μονομάχου που επιζητεί την εξόντωση του αντιπάλου, αποκλείοντας μια πολιτική εκεχειρία και πολύ περισσότερο κάποια συνεργασία. Με τα δεδομένα αυτά η συνεργασία της Ν.Δ. ή του ΠΑΣΟΚ με κάποια από τα προαναφερθέντα μικρά κόμματα θα απέληγε σ’ ένα πολιτικό εξάμβλωμα και σε μια κυβερνητική παραλυσία, οδηγώντας τη χώρα σε ολέθρια οπισθοδρόμηση. Προφανώς τούτο έσπευσε να αποσοβήσει, τουλάχιστον από την πλευρά της Ν.Δ., ο κ. Κώστας Καραμανλής, αποκλείοντας κατηγορηματικά στην τηλεοπτική συνέντευξη της Πέμπτης την περίπτωση μετεκλογικής συνεργασίας με οποιοδήποτε κόμμα και ιδιαίτερα με τον «ακραίο» ΛΑ.Ο.Σ.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η αυτοδύναμη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, με την ανατροπή όλων των μέχρι τώρα, βάσει των δημοσκοπήσεων, δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή τίθεται το ερώτημα: Ποιο ΠΑΣΟΚ θα αναλάβει να κυβερνήσει τον τόπο και κυρίως πώς. Την ύπαρξη τουλάχιστον δύο ΠΑΣΟΚ δεν την αποκαλύπτουμε εμείς, αλλά την επισήμανε ο ίδιος ο κ. Γιώργος Παπανδρέου. Αυτός ομίλησε για ξεπερασμένες αντιλήψεις, για λανθασμένες τακτικές, για εφθαρμένα στελέχη. Αυτός επαγγέλθηκε «τομές, ρήξεις και ανατροπές» έναντι του αποδοκιμασθέντος από τον λαό παρελθόντος του κόμματός του. Τι απ’ όλα αυτά πραγματοποίησε ο σημερινός αρχηγός του ΠΑΣΟΚ; Μήπως πέτυχε να παροπλίσει την «παλιά φρουρά» του ΠΑΣΟΚ και να αναδείξει μια νέα και αξιόπιστη ομάδα στελεχών, όπως είχε δεσμευθεί να πράξει; Μήπως κατόρθωσε να καταρτίσει ένα πλήρες, σαφές και αξιόπιστο κυβερνητικό πρόγραμμα, ώστε οι πολίτες να το εμπιστευθούν ως εναλλακτική λύση;

Αντίθετα ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ στα τριάμισι χρόνια που κατέχει την ηγεσία του κόμματός του απεδείχθη στην αρχή άτολμος, στη συνέχεια συμβιβαστικός και τέλος υπετάγη πλήρως σε εκείνα και εκείνους, που ο ίδιος είχε αποκηρύξει. Το χαρακτηριστικότερο και το πλέον ενδεικτικό: Εδωσε την τελευταία του εσωκομματική μάχη στο άρθρο 16 του Συντάγματος περί ιδιωτικών πανεπιστημίων και κατέληξε σε μια πολιτικώς επονείδιστη απόφαση. Προτίμησε να τορπιλίσει συνολικώς τη συνταγματική μεταρρύθμιση, προκειμένου να μην εμφανισθεί το κόμμα του διχασμένο και ανίκανο να ομονοήσει, προπαντός δε να μην εκτεθεί ο ίδιος ως παντελώς ανίσχυρος να επιβάλει τον ηγετικό του ρόλο. Κατόπιν αυτών για ποιο «σαφές, πλήρες και αξιόπιστο» κυβερνητικό πρόγραμμα μπορούμε να ομιλήσουμε; Σε τι είδος διακυβερνήσεως του τόπου μπορεί να προσβλέπει ο Ελληνας ψηφοφόρος, όταν το ΠΑΣΟΚ διαφεντεύεται σήμερα από τον ρεμβανσιακό δογματισμό του κ. Κώστα Λαλιώτη και των ομοϊδεατών του της «παλιάς φρουράς»;

Ερχόμαστε, έτσι, στην τρίτη εκδοχή· δηλαδή την αυτοδύναμη νίκη της Ν.Δ., η οποία σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις διατηρούσε μέχρι πρότινος ένα μικρό προβάδισμα, διόλου όμως ασφαλές και ίσως ανατρέψιμο. Η επανεκλογή ενός κόμματος στην εξουσία μπορεί να έχει τα εξής πολιτικά συστατικά. Πρώτον, την επιβράβευση των κυβερνητικών του πεπραγμένων. Δεύτερον, την με όρους παράταση της λαϊκής εμπιστοσύνης όπως συνέβη στις εκλογές του 2000, με την οριακή επανεκλογή του κ. Κώστα Σημίτη. Και τρίτον, την εκδήλωση καταφανούς λαϊκής δυσπιστίας προς τον πολιτικό αντίπαλο, οπότε η πλειοψηφία διαμορφώνεται επί τη βάσει του ρητού «το μη χείρον, βέλτιστον».

Σίγουρα μια τυχόν εκλογική νίκη της Ν.Δ. δεν θα έχει το νόημα της επιβραβεύσεως των κυβερνητικών της πεπραγμένων. Μπορεί να έγιναν θετικά βήματα, ασφαλώς όμως υπήρξαν και πολλά λάθη, αδικαιολόγητες παραλείψεις, όπως και σημαντικές παλινωδίες στα όσα το κόμμα αυτό είχε επαγγελθεί περί τους ύφους και του ήθους της εξουσίας, την εξάλειψη του «συστήματος ΠΑΣΟΚ» και την «αναγέννηση του κράτους». Με άλλους λόγους, μια δεύτερη εκλογική νίκη της Ν.Δ. θα έχει ως συστατικά την υπό όρους -και μάλιστα αυστηρότατους- παράταση (όχι ανανέωση) της λαϊκής εμπιστοσύνης και την… υπερτέρηση του ΠΑΣΟΚ σε δυσπιστία ή -ακόμη- και σε λαϊκή αποστροφή.

Με τα δεδομένα αυτά η «επόμενη μέρα» μιας ενδεχόμενης εκλογικής νίκης της Ν.Δ. κάθε άλλο παρά προσφέρεται για θριαμβολογίες και πανηγυρισμούς. Αντίθετα επιβάλλει πρόσθετο προβληματισμό για το κόμμα αυτό και πρωτίστως πολιτικό συνετισμό. Για τον απλούστατο λόγο ότι μια οριακή -και υπό όρους- εκλογική νίκη, εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε εκλογική συντριβή. Οπως ακριβώς συνέβη με το ΠΑΣΟΚ του κ. Σημίτη στις εκλογές του 2004. Ας προστεθεί, τέλος, για τους δύο «μονομάχους», ότι αυτού τους είδους και του περιεχομένου «ανατροπές» στον θώκο της εξουσίας δεν «βλάπτουν και τους δύο το ίδιο», όπως θα έλεγε ο Κώστας Καβάφης. Πρωτίστως πλήττουν τον τόπο και ζημιώνουν υπέρμετρα τον ελληνικό λαό…