ΑΠΟΨΕΙΣ

Σπουδάζοντας τη λογική των εμπρησμών

Τη σημερινή επιφυλλίδα θα τη διαβάσει ο αναγνώστης όταν θα έχει ήδη ψηφίσει ή θα έχει πια αποφασίσει τι θα ψηφίσει. Θα διαθέτει επομένως τη νηφαλιότητα να διακρίνει εδώ μια απόπειρα λογικής πρωτίστως ανάλυσης.

Σε περίπτωση φόνου ο ανακριτής αναζητεί πρόσωπα με δηλωμένη αντιπάθεια, μίσος, εχθρότητα για το θύμα. Πρόσωπα που θα επέχαιραν για τον θάνατό του. Αν υπάρχουν, είναι οι πρώτοι ύποπτοι ως αυτουργοί του φόνου. Αυτό υπαγορεύει η ανακριτική λογική.

Στην περίπτωση του εμπρησμού μεγάλων τμημάτων της χώρας στο φετινό καλοκαίρι, το ενδεχόμενο αντιπάθειας, μίσους ή εχθρότητας για τα δάση δεν οδηγεί στους αυτουργούς του κακουργήματος. Λογικά μοιάζει γονιμότερο το ερώτημα: ποιος επιχαίρει για την πυρπόληση ή ποιος θα είχε συμφέρον από έναν εμπρησμό τέτοιας έκτασης.

Σε επιμέρους περιπτώσεις τόσο η λογική όσο και κάποιες απτές αποδείξεις παραπέμπουν σε συμφέροντα ατόμων ή «συνεταιρισμών» (δηλαδή συμμοριών) που αποβλέπουν στην οικοπεδοποίηση δασικών εκτάσεων (και κατά κανόνα την πετυχαίνουν με τη βοήθεια ανήθικων πολιτικών). Αλλά η σκοπιμότητα οικοπεδοποίησης αποκλείεται όταν πυρπολούνται δάση σε δύσβατες, εντελώς απρόσιτες περιοχές και με συγχρονισμένη ανάφλεξη σε πολλά σημεία ή με φωτοβολίδες ορατές από απόσταση. Εκεί τα ενδεχόμενα κίνητρα είναι δυσδιάκριτα και αμφίβολα, ευνοούνται ποικίλες μυθοπλασίες. Τότε και το ανακριτικό έργο θα βασιστεί αναπόφευκτα σε συμπεράσματα της λογικής ανάλυσης κυρίως – λιγότερο ή καθόλου στη φιλύποπτη φαντασία.

Ρεαλιστικό για την ανακριτική λογική μοιάζει το ερώτημα που τίθεται και στην περίπτωση του φόνου: ποιοι επιχαίρουν για το κακούργημα. Και όταν τεθεί το ερώτημα, δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί το πασίδηλο: Οτι αυτοί που απροκάλυπτα και προκλητικά επέχαιραν με τους εμπρησμούς ήταν -ναι, απροσχημάτιστα- οι παρουσιαστές των «ειδήσεων» στα κομματικά τηλεοπτικά κανάλια. Κάθε καινούργια φωτιά συδαύλιζε τον ενθουσιασμό τους, σαφώς ηδονίζονταν με κάθε χωριό που καιγόταν και με τον αριθμό των νεκρών που μεγάλωνε. Προσποιούνταν και κάποια κατήφεια, κάποιες συναισθηματικές κορώνες τάχα θλίψης και οργής, όμως, η χαρά τους δεν κρυβόταν, ξεχείλιζε, ράγιζε τη μάσκα.

Βεβαίως και έχουν άλλοθι, δεν είναι οι φυσικοί αυτουργοί των εμπρησμών. Επέχαιραν, επειδή κάθε καινούργια φωτιά, κάθε επιπλέον νεκρός επιβεβαίωνε την ανικανότητα των κομματικών τους αντιπάλων, αυτών που τους είχαν αποκλείσει (σχετικά πάντοτε) από το γλεντοκόπι της εξουσίας. Αλλά τόσο η χαρά, ο ενθουσιασμός, ο ηδονισμός τους για την καταστροφή όσο και το κίνητρο (να τεκμηριώσουν την ανικανότητα των αντιπάλων τους) μεταβίβαζε μανιασμένο πάθος στον ψυχισμό κρετίνων οπαδών απανταχού της χώρας. Και όπως οι ψυχοπαθολογικού κρετινισμού «ποδοσφαιρόφιλοι» για να επιδείξουν τη δύναμη της «ομαδάρας» τους, θα βγουν στους δρόμους και θα κάψουν αυτοκίνητα, θα σπάσουν βιτρίνες, έτσι υπάρχουν και ανεγκέφαλοι «κομματόφιλοι» (κατά το «νεκρόφιλοι») έτοιμοι να συντονιστούν με τον ηδονιστικό ενθουσιασμό των ομοφρόνων τους στο κομματικό «γυαλί». Τυφλοί από το κομματικό πάθος δυνάμει εμπρηστές.

Η ανακριτική λογική δεν μπορεί να αγνοήσει ένα ακόμα ρεαλιστικό δεδομένο: Ποιοι αντέδρασαν, με ποιον μεθοδικό συντονισμό και πόσο μένος στη νύξη του πρωθυπουργού ότι οι εμπρησμοί ακολουθούσαν οργανωμένο σχέδιο. Η λογική της νύξης ήταν προφανέστατη: δεν μπορεί να είναι προϊόν τυχαιότητας ή των οποιονδήποτε έκτακτων καιρικών συνθηκών η ταυτόχρονη εκδήλωση τόσων δεκάδων πυρκαγιών στα σημαντικότερα δάση της χώρας, με πολλές και περίπου ταυτόχρονες εστίες ανάφλεξης η καθεμιά.

Απλή αναφορά του πρωθυπουργού στο αυτονόητο, αλλά η ένταση και η προέλευση της αντίδρασης ήταν έκπληξη: Συντονίστηκε αμέσως και μεθοδικότατα σε όλο της το εύρος η γνωστή «συντεχνία», η μονολιθικά ομόφρονη σε όλα τα θέματα τα λεγόμενα (για δυσφημισμό) «εθνικά». Οι ίδιοι «διανοούμενοι», δημοσιογράφοι και πολιτικοί που, ανεξάρτητα από κόμμα ή παράταξη, προπαγάνδισαν με φανατισμό την πλεκτάνη Ανάν, χλευάζουν σαν κατάπτυστο «εθνικισμό» τη λαϊκή αντίδραση στον σφετερισμό του ονόματος «Μακεδονία» από τα Σκόπια, δικαιολογούν την άνευ όρων είσοδο της Τουρκίας στην Ε.Ε., μάχονται για να επιβληθεί στα σχολεία η διατεταγμένη διαστροφή της ελληνικής Ιστορίας. Αυτοί οι ίδιοι και πάλι ξεσηκώθηκαν να περιγελάσουν τη «συνωμοσιολογία», να αρνηθούν μετά βδελυγμίας κάθε ενδεχόμενο ύπαρξης οργανωμένου σχεδίου των εμπρησμών, να υπερασπίσουν με πείσμα που εκπλήσσει την «τυχαιότητα» των εμπρησμών.

Αυτό το συντονισμένο και πάλι πείσμα πονηρεύει (βάζει σε υποψίες) την ανακριτική λογική. Αραγε μπορεί πραγματικά να συνδέεται ο φρικιαστικός εμπρησμός τόσο μεγάλου τμήματος της χώρας με κάποιο από τα λεγόμενα (για χλευασμό) «εθνικά» θέματα; Ποιο από αυτά τα θέματα πρόκειται να τεθεί σύντομα επί τάπητος και χρειάζεται για χάρη του να υπονομευθεί καίρια η λειτουργία του κράτους, να αποσταθεροποιηθεί το πολιτικό σύστημα, να μεταβληθούν οι εσωκομματικές ισορροπίες;

Η νηφάλια και απροκατάληπτη λογική ανάλυση δεν μπορεί να παραβλέψει ότι τον «ξένο παράγοντα» τον απασχολεί κατά προτεραιότητα η υπόσχεσή του να παραχωρήσει την Κύπρο στην Τουρκία μέσω κάποιας παραλλαγής του σχεδίου Ανάν. Διέθεσε τεράστια ποσά ο «ξένος παράγων» για να εξαγοράσει την υπερψήφιση από τους Ελληνες της Κύπρου του σχεδίου Ανάν και δεν την πέτυχε. Χωρίς μισόλογα έχει δηλώσει ο «ξένος παράγων» ότι ο πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος είναι το εμπόδιο για να «λυθεί» οριστικά το Κυπριακό.

Οι προεδρικές εκλογές στην Κύπρο εγγίζουν. Για τη λογική ανάλυση είναι προφανές ότι, προκειμένου να ανατραπεί στις εκλογές αυτές ο πρόεδρος Παπαδόπουλος και να προωθηθεί ταχύτατα κάποια παραλλαγή του συνταγματικού τερατουργήματος Ανάν, προαπαιτείται κυβερνητική μεταβολή και στην Ελλάδα. Με Καραμανλή ή και με Ευάγγελο Βενιζέλο ο «ξένος παράγων» δεν μπορεί να έχει σιγουριά. Σιγουρεύεται ή με «Γιωργάκη» ή με Ντόρα, εκτεθειμένους προπαγανδιστές της πλεκτάνης Ανάν. Γι’ αυτό και έπρεπε ο Καραμανλής να τρομοκρατηθεί (όπως ο Σημίτης στα Ιμια) και να διασυρθεί για τη φανερή του ανικανότητα. Υποχρεωτικά θα τον διαδεχθούν στην κυβέρνηση και στο κόμμα οι αποδεδειγμένα «βολικοί».

Η λογική ανάλυση βασίζεται σε ενδείξεις, αν υπήρχαν αποδείξεις θα ήταν περιττή, οι αυτουργοί των εγκλημάτων θα είχαν οδηγηθεί στο εδώλιο. Για τα πολιτικά εγκλήματα (συν τους εξήντα επτά φρικώδεις φόνους) υπάρχουν μόνο ενδείξεις και μεγάλο περιθώριο συνωμοσιολογίας. Η λειτουργία της δημοκρατίας προϋποθέτει ψηφοφόρους ικανούς να ξεχωρίζουν τη συνωμοσιολογία από τη λογική ανάλυση.