ΑΠΟΨΕΙΣ

H ώρα των «αναποφάσιστων» και των «ανήξερων»…

Την ώρα αυτή πολλοί από σας έχουν ήδη ψηφίσει και άλλοι ετοιμάζεσθε να οδεύσετε προς την κάλπη, αποφασισμένοι για το τι και ποιους θα ψηφίσετε. Η στιγμή, λοιπόν, δεν προσφέρεται για προεκλογικές πολιτικές αναλύσεις, αλλά απαιτεί κάτι περισσότερο χαλαρωτικό και διαχρονικό. Ας υποθέσουμε, ότι ανήκετε στη μεγάλη πλειοψηφία των εκλογέων· δηλαδή ότι είσθε ένας προσηλωμένος και σταθερός ψηφοφόρος κάποιου κόμματος, το οποίο δεν εγκαταλείψατε ούτε στις χειρότερές του στιγμές. Σίγουρα θα σας πικράνω, αλλά πρέπει να σημειώσω ότι η σημερινή ψήφος σας είναι δευτερεύουσας σημασίας για την ανάδειξη του νικητού, ο οποίος έχει δεδομένη επί χρόνια την προτίμησή σας. Πρωτεύουσα σημασία έχει η ψήφος των συμπολιτών μας, που δήλωναν έως και τις τελευταίες δημοσκοπήσεις «αναποφάσιστοι» ή μ’ ένα «δεν ξέρω, δεν απαντώ» απέφευγαν να εκδηλωθούν σε κρίσιμα πολιτικά ζητήματα.

Οι δύο αυτές κατηγορίες των συνελλήνων υπολογίζονται σε περίπου 500.000 ψηφοφόρους, σίγουρα δε είναι υποτιμημένες και παρεξηγημένες. Η πλειοψηφία των «σταθερών» ψηφοφόρων δεν τους δικαιολογεί αυτήν την αμφιταλάντευση, πιθανώς δε να τη θεωρεί και ιδιοτελή. Και τούτο διότι διαπιστώνει ότι η ηγεσία του κόμματός «της» σε κάθε προεκλογική περίοδο σφάζει προς χάριν τους τον μόσχο τον σιτευτό, προκειμένου να τους προσελκύσει, παραγκωνίζοντας τους πιστούς, αλλά δεδομένους, ψηφοφόρους της. Την ίδια απαρέσκεια για τις δύο αυτές κατηγορίες των ψηφοφόρων νιώθουν και οι δημοσκόποι. Διότι η άρνηση εκλογικής βουλήσεως εκ μέρους 500.000 εκλογέων, όχι μόνον τους παρεμποδίζει να εξάγουν «ασφαλές» αποτέλεσμα, πριν ανοίξουν οι κάλπες(!), αλλά -όχι σπάνια- τους ανατρέπει, με τρόπο απαξιωτικό, τις προβλέψεις τους.

Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, κάποια αποκατάσταση ή -έστω- συνηγορία στις δύο αυτές κατηγορίες των συμπολιτών μας, αρχίζοντας από τους «ανήξερους». Ο ψηφοφόρος αυτός εκφράζει το ακριβώς αντίθετο του πολύξερου ή του παντογνώστη· χαρακτηριστικό, το οποίο κάθε άλλο παρά σπανίζει στη φυλή μας. Σκεφθήκατε ποτέ πόσοι από μας τους Ελληνες επιμένουμε να έχουμε εν παντί γνώμη, χωρίς να έχουμε την απαιτούμενη γνώση; Προσωπικώς, λοιπόν, προτιμώ τον ψηφοφόρο, ο οποίος, όταν π.χ. κληθεί να αποφανθεί αν ήταν εθνικώς ωφέλιμη ή επιζήμια η συνθήκη του Μάαστριχτ, θα πει «δεν ξέρω, δεν απαντώ». Για τον ίδιο λόγο που δυσφορώ, όταν ο ανίδεος σπεύδει να απαντήσει, θετικά ή αρνητικά, διότι θεωρεί προσβλητική την άγνοιά του σ’ ένα ειδικό και συγκεκριμένο θέμα. Επιπλέον, αυτός που δηλώνει άγνοια σίγουρα επιδεικνύει αίσθημα ευθύνης και σεβασμού σε μια διαδικασία που αποσκοπεί στη γνήσια καταγραφή της κοινής γνώμης, εν όψει, μάλιστα, εκλογικής αναμετρήσεως. Ενώ ο «ξερόλας» συμπράττει στην ίδια διαδικασία ανεύθυνα, αποπροσανατολιστικά και ανεπαίσχυντα.

Ερχόμαστε τώρα στον «αναποφάσιστο». Ο χαρακτηρισμός αυτός έχει την έννοια του διστακτικού, του αμφιταλαντευόμενου, του άτολμου. Σε αντίθεση με τον «αποφασιστικό» που θεωρείται τολμηρός και θαρραλέος σε μεγάλα διλήμματα και σε κρίσιμες στιγμές. Γιατί, όμως, ο ψηφοφόρος να είναι -ιδίως στη σημερινή εποχή- τολμηρός και θαρραλέος, προκειμένου π.χ. να επιλέξει μεταξύ της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ; Ή να κρίνει μεταξύ αυτοδυναμίας και διακομματικής ακυβερνησίας; Οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων έχουν πάψει, πλέον, να είναι αλληλοσυγκρουόμενες και διχαστικές. Είναι φυσικό, λοιπόν, η συγκεκριμένη μερίδα εκλογέων να μη βρίσκεται σε διαρκή και σταθερή εκλογική ετοιμότητα. Να μην βαδίζει προς την κάλπη προκατειλημμένη και προαποφασισμένη. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν θεωρεί την ψήφο της κρίσιμη πολιτική μεταπήδηση, ώστε να απαιτείται θάρρος και τόλμη, που όχι σπάνια απολήγουν στην αποκοτιά.

Πιθανότατα, λοιπόν, οι «αναποφάσιστοι», ή -έστω- οι περισσότεροι εξ αυτών, προτιμούν έως την τελευταία στιγμή τον προβληματισμό, την περίσκεψη, την ψύχραιμη σύγκριση. Τούτο σημαίνει ότι οι συμπολίτες μας αυτοί δίδουν την αναγκαία σημασία και μελετούν τα προεκλογικά προγράμματα των πολιτικών αντιπάλων. Οτι όχι μόνον δεν επηρεάζονται από τη συνθηματολογία και την τεχνητή οξύτητα, αλλά και αποδοκιμάζουν αυτές τις συμπεριφορές ως προσβλητικές της πολιτικής τους νοημοσύνης. Σημαίνει, τέλος, ότι οι «αναποφάσιστοι» πασχίζουν με την ψήφο τους να επιλέξουν τον καλύτερο και όχι να αποδοκιμάσουν τον χειρότερο.

Ολοι μιλούν για μικρή διαφορά ή και οριακό αποτέλεσμα για σήμερα το βράδυ. Το πλέον οριακό αποτέλεσμα κατά τα 34 χρόνια της μεταπολιτεύσεως σημειώθηκε το 2000, όταν η νίκη του κ. Κ. Σημίτη κρίθηκε με διαφορά περίπου 70.000 ψήφων στο σύνολο των 10.000.000 εκλογέων. Συνεπώς, αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς την κρισιμότητα της αποφάσεως, που ήδη έχει λάβει η πλειοψηφία των «αναποφάσιστων» και των «ανήξερων». Οπως, εξίσου λογικά, μπορεί κανείς να συμπεράνει ποια κόμματα προσπάθησαν περισσότερο να ανταποκριθούν στον προβληματισμό και στα κριτήρια των ψηφοφόρων αυτών. Οπως και ποια επεδίωξαν να διαστρέψουν τη συλλογιστική της κατηγορίας αυτής των συμπολιτών μας και να την εντάξουν στη δική τους προεκλογική λογική.

Ωστόσο, παραμένει -πάντοτε- αινιγματικό το άνοιγμα της κάλπης. Μόνον τότε επιβεβαιώνεται ή διαψεύδεται η ορθότητα πολιτικών, τακτικής και προβλέψεων. Ετσι -να με πιστέψετε- με την ίδια αγωνία, αναμένει το αποψινό αποτέλεσμα και ο υπογράφων τις «Διαπιστώσεις του»…