ΑΠΟΨΕΙΣ

Τέχνη πολιτική αλλά όχι στρατευμένη

«Αυτή η ιδέα για τον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία είναι μεγαλοφυής σύλληψη. Μ’ άλλα λόγια, τώρα πια είναι δυνατόν να κηρύξεις πόλεμο και σε αφηρημένες έννοιες. Σε μια συναισθηματική κατάσταση, να πούμε».

Τον Πολ δεν τον γνωρίζετε. Πιθανότατα, ούτε και τον συγγραφέα που τον εμπνεύστηκε, τον Σάιμον Στίβενς, ως ένα από τα πρόσωπα του θεατρικού του έργου «Motortown». Κεντρικός ήρωας είναι ο Ντάνι, ένας Βρετανός στρατιώτης που επιστρέφει από το Ιράκ. Αλλά δεν είναι ο μόνος. Θέατρο, κινηματογράφος, εικαστικές τέχνες, λογοτεχνία, έχουν εγκαταλείψει τον εσωτερικό μονόλογο και το «εντός» ως κινητήριο μοχλό έμπνευσης και δράσης. Το τέλος της ενδοσκόπησης συνοδεύεται από μια εντυπωσιακή αλλαγή σκηνικού. Οι δημιουργοί στρέφονται στην «εκτός» πραγματικότητα. Και ό,τι μεταφέρουν συγγενεύει με την αρθρογραφία, τις πολιτικές αναλύσεις και τα ρεπορτάζ. Η τέχνη διαβάζει τα γεγονότα με τον δικό της τρόπο, μεταφέρει τον πόλεμο ανάμεσά μας, διαλύει την παραπληροφόρηση, σαρκάζει, επιτίθεται, αναγνωρίζει την απειλή και την εκφράζει με ακρίβεια, τόλμη, αμεσότητα. Εδώ και μια δεκαετία περίπου τα μηνύματα από τον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας πυκνώνουν.

Η τέχνη γίνεται περισσότερο πολιτική; Περισσότερο πολιτική και λιγότερο στρατευμένη. «Υπάρχει σε ανάπτυξη αυτήν την εποχή μια πολιτική τέχνη εις βάθος», εκτιμά ο Αμερικανός έμπορος έργων τέχνης και διοργανωτής εκθέσεων Jeffrey Deitch. «Πολύ προσωπική. Δεν είναι του τύπου «έξω από το Ιράκ». Δεν λειτουργεί με σλόγκαν. Είναι προειδοποίηση, αναζήτηση μιας διαφορετικής αλήθειας που δεν είναι απόλυτη αλλά ατελής, σύνθετη και πολύπλευρη».

Για τους σημερινούς δημιουργούς η διέξοδος δεν είναι οι διαδηλώσεις. Δεν έχουν καμιά σχέση με τον σκληρό πυρήνα της νουβέλ βαγκ, τον αντικομφορμισμό της δεκαετίας του ’60, την έκρηξη της αριστεράς και το πνεύμα των swinging sixties. Ούτε με τον στρατευμένο κινηματογράφο της οργής, της καταγγελίας, αλλά και του προσωπικού μικρόκοσμου του Νάνι Μορέτι, που έβγαλε από τη λήθη το ιταλικό σινεμά τη δεκαετία του ’80.

Ο πόλεμος και η μετανάστευση είναι τα δυο μεγάλα θέματα που σφραγίζουν την τέχνη με έμφαση στις αρχές της νέας χιλιετίας. Μεγάλες, θεσμικές, εικαστικές διοργανώσεις όπως η Μπιενάλε της Βενετίας και η Documenta του Κάσελ υποστηρίζουν τη διαφορετικότητα, εγκαθιστούν τον Αλλον, τον ξένο, στο κέντρο της έμπνευσής τους, περιγράφουν την εύθραυστη σχέση μεταξύ ασφάλειας και χάους, αποτυπώνουν στο βίντεο τη φρίκη, τον τρόμο, την υποκρισία, την κατάχρηση εξουσίας, τη βαρβαρότητα. Παρανοϊκοί ηγέτες, δολοφόνοι, φονταμενταλιστές, βασανιστές, ψυχικά ακραίοι χαρακτήρες σε σκηνοθεσία άλλοτε γκροτέσκα, σαρκαστική, άλλοτε ακραία ρεαλιστική, ωμή. Η Σέρβα περφόμερ Μαρίνα Αμπράμοβιτς στάθηκε επί ώρες σε ένα σωρό από κόκαλα καθαρίζοντάς τα με επιμέλεια ένα ένα χωριστά, η Κορεάτισσα Κιμσούτζα υποδύθηκε τον ρόλο της ζητιάνας και της άστεγης, η Ιρανή Σιρίν Νεσάτ μίλησε για την απώθηση της επιθυμίας στο Ισλάμ επιλέγοντας να ανασυνθέσει στο βίντεο την ώρα της προσευχής. Η Αριάν Μνούσκιν έφερε πέρσι στην Αθήνα, στο Φεστιβάλ Αθηνών, το Θέατρο του Ηλιου και μαζί του «Το τελευταίο Καραβανσαράι». Σύγχρονες οδύσσειες προσφύγων, ζωντανές μαρτυρίες Αφγανών, Κούρδων και Ιρανών «ταξιδιωτών». Δεν πάνε τέσσερα χρόνια που το Φεστιβάλ Καννών μετατράπηκε σε βήμα διαμαρτυρίας κατά του Μπους και κατά της ισραηλινής κατοχής στα παλαιστινιακά εδάφη.

Το Χόλιγουντ φέτος ξεσπαθώνει με δέκα ταινίες που μιλούν για τον πόλεμο, πώς διεισδύει και «καίει» τον κοινωνικό ιστό, βυθίζοντας στην απόγνωση και την παράνοια ένα ευδιάκριτο πλέον κομμάτι του αμερικανικού πληθυσμού. Οσοι είδαν την «Κοιλάδα του Ηλά» ήρθαν «αντιμέτωποι» με έναν κόσμο που ζει ανάμεσα στο αμόκ και την κλινική αναισθησία, την απελπισία και τον κυνισμό.

Πολιτικά θεάματα ή θέαση της πολιτικής με αποκωδικοποιητή την τέχνη; Από τον ξέφρενο ατομισμό και την ηδονοθηρία της δεκαετίας του ’90, περάσαμε σιγά σιγά στην έκρηξη του πλαστικού χρήματος, στην κοινωνικά διευρυμένη φτώχεια, στην ιδεολογική σύγχυση. Μέσα στη σύγχυση ψαύουμε τον Αλλον. Είναι σημείο σταθερό, σημείο αναφοράς. Ζει και εκείνος σε έναν κόσμο σκοτεινό, αμφιλεγόμενο και βίαιο, αποτελεί μέρος του όπως και εμείς. Δημιουργεί, όπως και εμείς. Γράφει, συνθέτει, ζωγραφίζει, παίζει. Μας μιμείται και μας κρίνει. Γίνεται καθρέφτης μας. Η Ακροδεξιά κερδίζει έδαφος στην Ευρώπη, το ΛΑΟΣ εγκαθίσταται στην ελληνική Βουλή αλλά και οι μετανάστες ανεβάζουν τη δική τους παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Μιλούν για το ξερίζωμα, τη μοναξιά τους, το όνομα που απαρνήθηκαν, τη γλώσσα τους που αποσιώπησαν για να μπορέσουν να αφομοιωθούν, να ενταχθούν σε μια καινούργια ζωή. Μιλούν για «τη γενιά χωρίς αποχαιρετισμό και χωρίς επιστροφή».

Το ερώτημα είναι: Εχει τη δύναμη η ιδεολογικά προσανατολισμένη τέχνη, που στρέφεται εναντίον του πολέμου, του ρατσισμού, της αδικίας, της εκμετάλλευσης, της βίας, της νοθείας, της παραχάραξης της αλήθειας, να στηρίξει το κράτος πρόνοιας, να βάλει φραγμό στην άκρατη κερδοσκοπία, να μειώσει την ανεργία, να «επανεφεύρει» έννοιες όπως ανοχή, δικαιοσύνη, δημόσια εκπαίδευση; Να επηρεάσει συνειδήσεις, να ανοίξει συζητήσεις, να ενεργοποιήσει συναισθήματα; Οποια και αν είναι η απάντηση (και ίσως να μη χρειάζεται απάντηση) το βήμα έγινε. Η τέχνη δεν φτιάχνεται με αποσιωπήσεις και αμνησίες, τόσο απαραίτητες για να διαμορφωθεί στις συλλογικές συνειδήσεις αίσθηση αρμονίας και συνοχής. Το κουκούλι έχει διαρραγεί. Η σύγχρονη τέχνη κοιτάει μέσα από τον καμβά. Βλέπει και αντιδράει εν θερμώ. Είναι συνοδοιπόρος και συνομιλητής.