ΑΠΟΨΕΙΣ

Ετήσιος απολογισμός

Σε εποχή πλήρους άπνοιας ιδεών στην πολιτική (όπως επισημαίνουν οι Τσούκαλης και Τσούκας στο φύλλο της 6ης/1/08) και αυτιστικής ανοησίας στην τηλεόραση (Παπαχελάς στο ίδιο φύλλο), η ψυχική μας ακεραιότητα διασώζεται χάρη σε κάποιες οάσεις καλλιτεχνικής δημιουργικότητας. Η χρονιά που πέρασε επιβεβαίωσε την περυσινή παρατήρηση ότι οι καλύτερές μας επιδόσεις είναι στον τομέα των παραστατικών τεχνών. Οι χορογραφίες του WAR που ερμήνευσε το Hellenic Dance Company, με σπουδαστές της Κρατικής Σχολής Χορού, εμπνέουν αισιοδοξία για το μέλλον αυτής τουλάχιστον της εκπαιδευτικής λειτουργίας στην Ελλάδα.

Το «Εφτά λογικές απαντήσεις» του Λεωνίδα Προυσαλίδη που ανέβασε το «Απλό Θέατρο» με σκηνοθεσία του Αντώνη Αντύπα, αποτελείται από επτά μονολόγους με αναφορές στα ισάριθμα πρόσωπα, τα οποία εναλλάσσονται στη σκηνή. Ο συγγραφέας αποφεύγει έτσι τη δύσκολη ενσωμάτωσή τους σε ενιαία πλοκή και δομεί τους χαρακτήρες του μέσα από τις διηγήσεις των άλλων. Το καλό εύρημα και η εύστοχη λιτότητα προσφέρουν μια ακόμα υπόσχεση για το μέλλον. Η παράσταση του «Ηλίθιου» του Ντοστογιέφσκι στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, με σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις καλύτερες του είδους. Οι Ελληνες ερμηνευτές μπορεί να μην κατανοούν απόλυτα την πνευματικότητα των ηρώων, όμως το μεσογειακό τους πάθος διευκολύνει την κάθαρση που επιδιώκει ο δημιουργός. Η Μαρία Ναυπλιώτη σαν Ναστάζια Φιλίποβνα, υπήρξε από τις πιο λαμπερές σκηνικές παρουσίες της χρονιάς. Ο Βασίλης Ανδρέου σαν Λέων Νικολάγιεβιτς Μίσκιν (Ηλίθιος) κατάφερε να μην παραπατήσει στο τεντωμένο σκοινί ενός ρόλου που επιδέχεται πολλές ερμηνείες.

Η αριστουργηματική συμπύκνωση της Ειρήνης από τον «Πόλεμο και ειρήνη» του Τολστόι, με σκηνοθεσία του Πιοτρ Φομένκο, που μας μάγεψε στο Φεστιβάλ Αθηνών, πρέπει να δίδαξε πολλά στους δικούς μας δημιουργούς. Αμέσως μετά «Οι Δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκι, με σκηνοθεσία της Μάγιας Λυμπεροπούλου, αξιώθηκε έναν «δαιμονισμένο» Σταυρόγκιν στο πρόσωπο του Παπαχρόνη (θυμηθείτε τον διαταραγμένο νέο στο «Γάλα»), αλλά η προσαρμογή του αριστουργήματος στη σκηνή δεν απέδωσε τη διονυσιακή τρέλα του πρωτοτύπου (μυθιστορήματος). Για την τύχη της «Ηλέκτρας», που σκηνοθέτησε με Ελληνες ηθοποιούς στην Επίδαυρο, ο Πέτερ Στάιν, φταίει μάλλον ο Σοφοκλής. Η εξαιρετική Στεφανία Γουλιώτη, απέδωσε με ακρίβεια την παθολογική κατάσταση της ηρωίδας – η οποία όμως στη μορφή αυτή ενδιαφέρει περισσότερο την ψυχιατρική από ό,τι την τραγωδία.

Από την πεζογραφία που μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά, ξεχωρίζουν το «Αούστερλιτς» του Γερμανοβρετανού W. G. Sebald και η «Θάλασσα» του Ιρλανδού John Banville. Και οι δύο αναζητούν τη μνήμη χωρίς χρονολογική ιεράρχηση, σαν μοναδική έξοδο από την ατομική μόνωση. Ο ήρωας του Sebald προσπαθεί να ανακαλύψει τη μάνα του μέσα από παιδικές του αναμνήσεις, ενώ ο ήρωας του Banville αναζητεί από τις ασήμαντες εμπειρίες στιγμές που χρωμάτισαν τον μοναχικό του βίο. Και οι δύο επιστρέφουν στη μεγάλη θεματολογία της καθημερινότητας. Οσοι βιαστούν να συμπεράνουν ότι αρχίζουν να εκλείπουν οι περιθωριακές εμμονές των συγγραφέων, που χρόνια τώρα αποξενώνουν τους αναγνώστες του μυθιστορήματος, δεν έχουν παρά να διαβάσουν το πρόσφατο «Gravedigger’s Daughter» της παραγωγικής Αμερικανίδας, Joyce Carol Oates. Η βία που στοιχειώνει τη λογοτεχνία των Αμερικανών αφθονεί στην Oates. Μάταια η βιομηχανία της ψυχαγωγίας προσπαθεί να εξορκίσει τον φόβο για τη βία του μέσου Αμερικανού με αφελείς κωμωδίες και ακριβά μιούζικαλ. Ακόμα και ο σημερινός Αμερικανός πρόεδρος κατάφερε να επανεκλεγεί το 2004, ακριβώς γιατί εκμεταλλεύτηκε αποτελεσματικά το φοβικό σύνδρομο που ταλανίζει την κοινωνία του.

Η έκθεση εκπροσώπων της βιεννέζικης «Απόσχισης» (Απόσχισης από τι;) στο Μέγαρο Μουσικής θα είχε εκπαιδευτική αξία αν οι επιμελητές εξηγούσαν ότι ο κορυφαίος του κινήματος, ο Gustav Klimt, αντιπροσωπεύει την εκπνοή ενός ζωγραφικού φθινοπώρου πριν από το τέλος της αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Ο συνεχιστής αυτός της art nouveau και θαυμαστής των ψηφιδωτών της Ραβένας, έφερε τη διακοσμητική ζωγραφική στο ακραίο της όριο. Την ίδια εποχή στο Παρίσι γεννιόταν ο πραγματικός μοντερνισμός του Picasso, του Braque και του Matisse. Ενα από τα παράδοξα της «Απόσχισης» είναι ότι όταν ο Klimt ζωγράφιζε τις κυρίες από το παρελθόν, χαμένες μέσα σε χρυσές γεωμετρικές επιφάνειες, η πατρίδα του βρισκόταν ήδη στη μουσική πρωτοπορία (R. Strauss, A. Schoenberg, A. Berg). Ετσι η Βιέννη ήταν συγχρόνως επαρχία της ζωγραφικής και πρωτεύουσα της μουσικής. Η ανάλυση του κινήματος αυτού, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, θα μπορούσε να διαλευκάνει τη μετεξέλιξη του ύστερου ρομαντισμού σε μοντερνισμό. Καθώς μουσικοί και ζωγράφοι αναζητούν νέες φόρμες έκφρασης, μεταλλάσσονται ώστε ο ρομαντικός Schoenberg να εφεύρει την ατονική μουσική, ενώ πρωτοπόροι της ζωγραφικής νεωτερικότητας όπως οι Piet Mondrian και Paul Klee να εκκινούν με τις ρομαντικές ανησυχίες των Συμβολιστών για να καταλήξουν να αναζητήσουν μια τέχνη που προσπαθεί χωρίς ψιμύθια να ερμηνεύσει τον κόσμο.

Ο Matisse εξηγεί την απομάκρυνση αυτή των μοντέρνων από τη θεματολογία της υπερβολής: «Η έκφραση για μένα δεν βρίσκεται στο πάθος που εκδηλώνει ένα πρόσωπο ή μια βίαιη κίνηση. Βρίσκεται στην τοποθέτηση των αντικειμένων και των σωμάτων μέσα στον χώρο, τα κενά που δημιουργούνται ανάμεσά τους, οι αναλογίες τους, όλα αυτά συμμετέχουν στην έκφραση». Ο Egon Schiele της «Απόσχισης» προαναγγέλλει με τις βασανιστικές φιγούρες του την απομάκρυνση του μελλοντικού εξπρεσιονισμού από τον πειθαρχημένο μοντερνισμό του Braque και του Matisse. Ολα αυτά είναι τα παραλειπόμενα της εκθεσης για τη βιενννέζικη «Απόσχιση».

Και του χρόνου καλύτερα στα υπόλοιπα, της κοινωνίας και της πολιτικής μας.

* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ) και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.