ΑΠΟΨΕΙΣ

Η διαφθορά ως κοινοτοπία

«Τρία μύρια ή δυόμισι; Δυόμισι, ε; Καλά είναι…» Οι πολίτες της Ελληνοφραπεδίας σιγορουφούν τον φρέντο και αποτιμούν τις μίζες, αφουγκράζονται τον ήχο του χρήματος, τον φέρνουν στα δικά τους μέτρα. Στις όχθες του καφενειόδρομου αργοκυλούν αστραφτερά SUV, μυθικά ντεκαποτάμπλ, ντύνουν με ύλη το όνειρο και τον φθόνο. Οι μίζες της Ζίμενς, όπως τόσες άλλες μίζες, απασχολούν την πολιτική κοινωνία και έτσι, αν όχι κυρίως έτσι: Ως αντικείμενο πόθου και φθόνου. Οι μίζες, τα δωράκια, τα εξτρά είναι το άλας σε μια συζήτηση που φέρνει ανία ακόμη και στους μεταμοντέρνους καφενέδες: Τι άλλο να προσθέσεις στο μελαγχολικό χωρίς εμάς Euro, στις μεταγραφές, στο κουπόνι του στοιχήματος; Κουβεντιάζεις άρα για μίζες. Και η κουβέντα έρχεται και στη διαφθορά.

Ολοι τα παίρνουν. Η καφενειοκοινωνία αποφαίνεται. Η διαφθορά είναι δημοκρατική, είναι δομικό στοιχείο της res publica. Και η απόφανση αυτή δεν προέρχεται μόνο από τη δημοκρατία των καφενείων -στα χρόνια του ώριμου εκσυγχρονισμού, αρχές του 2000, άνθρωποι της πολιτικής εξουσίας εξηγούσαν, γύρω από ωραία τραπεζώματα, ότι η ανάπτυξη συνεπιφέρει αναπόφευκτα και διαφθορά, είναι side effect της ανάπτυξης- σε όλη τη σφαίρα του δημόσιου βίου, για να γίνει η δουλειά, απαιτείται λίπανση.

Ακουγόταν ρεαλιστικό, αλλά δεν έπειθε. Εύκολα διέκρινες την ιδιοτέλεια, πίσω από αυτό το μείγμα πραγματισμού και κυνισμού. Σκέτη ιδιοτέλεια. Οι εκσυγχρονιστές του ’90 και του 2000, όπως και άλλοι πριν από αυτούς και άλλοι μετά, λίγο-πολύ τα ίδια πρόσωπα που διαχειρίστηκαν τον εθνικό και κοινωνικό πλούτο επί τρεις δεκαετίες, υποστηρίζοντας ότι η διαφθορά είναι αναπόφευκτη παρενέργεια της ανάπτυξης, πρόσφεραν απλούστατα νομιμοποιητικό μανδύα για τις πράξεις τους, για τις ανομίες. Αλλωστε είναι περίπου τα ίδια πρόσωπα που διαδοχικά πλούτισαν, σκανδάλισαν το κοινό αίσθημα με τον πλούτο τους, αποδοκιμάστηκαν, και μερικά εξ αυτών βρίσκονται τώρα εμπλεκόμενα στο αναπτυξιακό σκάνδαλο Siemens, ως αποδέκτες ή βαποράκια μαύρου πολιτικού χρήματος. Ωστόσο, αυτή η εκμοντερνισμένη εκδοχή διαφθοράς, που αναζητεί νομιμοποιητική βάση και ανοχή, δεν καλλιεργείται μόνο στις κορυφές – οι ηγεσίες, ως ζων πολιτικό παράδειγμα, διαχέουν αυτό το μοντέλο δημόσιου βίου σε όλο το κοινωνικό σώμα. Και το κοινωνικό σώμα εν πολλοίς ενστερνίζεται την τέτοια συμπεριφορά, αποδέχεται την τέτοια νομιμοποίηση των side effects της ανάπτυξης. Με αυτή την παραδοχή, ο μικρομεσαίος πολίτης, ο αδύναμος, ο ανίσχυρος, το θύμα του διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού, έχει τη δυνατότητα να βουτήξει κι αυτός στο μέλι της μίζας, όταν και εφόσον του δοθεί η ευκαιρία. Ολοι έχουν αγανακτήσει με επαχθή λαδώματα στα οποία εξαναγκάστηκαν να υποκύψουν, και πολλοί απ’ τους αγανακτισμένους παθόντες περιμένουν μιαν ευνοϊκή περίσταση για να τα ξαναπάρουν πίσω. Από τη μια τσέπη στην άλλη.

Η ιστορία είναι και βίωμα, εκτός από αναστοχασμός. Ρισκάροντας κάποιες απλουστεύσεις, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις απαρχές αυτής της διάχυτης, δημοκρατικής διαφθοράς στο πρόσφατο παρελθόν: Μετά το ’80, ο αποκλεισμένος μη προνομιούχος, αποκλεισμένος έως τότε από τον δημόσιο κορβανά και τη νομή της εξουσίας, αισθάνθηκε μέρος του συστήματος, με δικαιώματα και δυνατότητες. Είχαν τελειώσει τα πέτρινα χρόνια της μονόπλευρης νομής από τη μειονότητα του παλαιού κόσμου. Ο νέος κόσμος, πλειοψηφικός και ορμητικός, γεμάτος ζωτικότητα και επιθυμίες, επικράτησε κοινωνικά, απενοχοποιήθηκε, και βούτηξε στη μαρμίτα που είχε σερβίρει το κίνημα των μικρομεσαίων.

Κάποτε, όχι πολύ αργότερα, και πάντως πριν από τον κορεσμό, η μαρμίτα αποσύρθηκε διακριτικά από το δημόσιο τραπέζι του πανηγυριού, το φαγοπότι έχασε τον πανδημοκρατικό του χαρακτήρα, οι μικρομεσαίοι, με ερεθισμένη όρεξη πια και με πολλαπλάσιες επιθυμίες, σύρθηκαν στο κάγκελο του Χρηματιστηρίου, ληστεύθηκαν, φτώχυναν, ξανάπεσαν στον αποκλεισμό, ανανεωμένο και σκληρότερο τώρα. Μα τους είχαν μείνει τα παράπλευρα, υπολειπόμενα χαρακτηριστικά: Οι νέες ανάγκες, η ακονισμένη απληστία και κυρίως η επίμονη έξη της διαφθοράς, της συναλλαγής, διάχυτη πια και νομιμοποιημένη. Δημοκρατική.

Αγγίξαμε ήδη έναν από τους πυρήνες της διαφθοράς: Την απληστία. Είναι αυτή που περιγράφεται από τους σπουδαίους μυθιστοριογράφους του 20ού αιώνα, τοποθετημένη στη ρίζα του άγριου καπιταλισμού – η απληστία του χρυσοθήρα στον «Θησαυρό της Σιέρρα Μάδρε», του Μπ. Τράβεν, κινηματογραφημένη δραματικά από τον Τζον Χιούστον, η απληστία του πετρελαιοθήρα στο «Θα χυθεί αίμα» του Απτον Σινκλέρ, κινηματογραφημένο πρόσφατα από τον Αντερσον. Αλλοι πυρήνες είναι παρόμοιας φιλοσοφικής τάξεως. Σχετικά με τη διαφθορά, ας πούμε, αποδίδουν στον Καρτέσιο μια εκπληκτικά καίρια φράση. Ο Γάλλος φιλόσοφος όρισε τη διαφθορά έτσι: «La faculte la mieux partagee du monde» – η πιο συνηθισμένη ικανότητα που μπορεί να βρει κανείς στον κόσμο. Η διαφθορά μετατοπίζεται, από το νομοκανονικό πεδίο και την ηθική σφαίρα, στο σκοτεινότερο ασφαλώς πεδίο του όντος. Το Κακό, εν προκειμένω η διαφθορά, υπάρχει σε όλους, ισοδύναμα και ισόρροπα με το Καλό.

Ο συντεταγμένος πολτικός βίος δεν μπορεί να μετατρέψει την ανθρώπινη φύση σε καλή και αγαθή. Μπορεί όμως να θέτει όρια και να επεμβαίνει όποτε παραβιάζονται. Η πολιτική κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργεί βάσει φιλοσοφικών διερωτήσεων μόνο. Χρειάζεται και κανονιστικό πλαίσιο, χρειάζεται ηθική. Η πολιτική είναι και ηθική στάση, κι αυτό το γνωρίζουμε τουλάχιστον από το παράδειγμα του Σωκράτη, του φιλόσοφου πολίτη, της πιο δραματικής έκφρασης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

Οι μίζες, της Ζίμενς σήμερα, της Χ ή Ψ αύριο, δεν είναι ανάπτυξη. Είναι κλονισμός της δημοκρατίας και διάχυση του Κακού. Το Κακό δεν θα ξεριζωθεί. Αλλά η αλήθεια πρέπει να αποκαλυφθεί, οι τιμωρίες πρέπει να είναι παραδειγματικές – για να στερεωθεί η ήδη κλονισμένη δημοκρατία.