Εξ αφορμης

2' 31" χρόνος ανάγνωσης

Δεκαετία του ’80, μεσοκαλόκαιρο, θα συναντούσε κανείς παράξενα πράγματα πλάι στο κύμα. Ενας θα διάβαζε την «Αμοργό», ενώ τριγύρω θ’ άκουγε η παρέα, μισοξαπλωμένη. Αλλος θα χανόταν στον ζωγραφικό πίνακα «Αποψις Ντελφτ» (Βερμέερ) – περιγραφή που γέμιζε πενήντα τόσες σελίδες στον «Δεύτερο Θάνατο του Ραμόν Μερκατέρ» του Σεμπρούν. Κάποιος άλλος θα ήταν χωμένος στην «Εφεύρεση του Μορέλ» (Κασαρές). Ετσι, θα έδυαν στις παραλίες οι τελευταίες αντανακλάσεις καιρών ήδη περασμένων.

Τούτο το μεσοκαλόκαιρο ζητήστε -δώρο αμφίπλευρα πολύτιμο- ένα μέλος της παρέας να απαγγείλει Ζέμπαλντ («Εκ του Φυσικού», μτφ. Γ. Καλιφατίδης, Αγρα, 2009). Από τα σημαντικότερα βιβλία του καιρού μας (1998), εγχέει παρελθόντα ερέβη στο σήμερα, πλέκοντας τρεις παλιές ιστορίες σε μια σύγχρονη ελεγεία.

Στην πρώτη ιστορία, ο στραμμένος στον Μεσαίωνα αναγεννησιακός ζωγράφος με τη μυστηριωδώς διπλή ταυτότητα (Γκρύνεβαλντ / Νίτχαρτ) προσέδωσε «στα σώματα την ακραία εκείνη έκφραση / που δηλώνει ότι η Φύση δεν γνωρίζει καμία ισορροπία, / αλλά εκτελεί στα τυφλά / το ένα καταστροφικό πείραμα μετά το άλλο, / κατακρεουργώντας σαν άμυαλος τεχνίτης / ό,τι έχει μόλις πλάσει.» Μα μήπως έφταιξε ότι «είχε πιο καλό μάτι για τους άντρες» και δεν ευτύχησε στον γάμο του με την «πολυθαύμαστη νεαρή προσήλυτη» Εβραιοπούλα;

Ατυχος ο γάμος και του γιατρού-φυσιοδίφη Στέλλερ (18ος αι.) με τη χήρα Μέσσερσμιτ (δεύτερη ιστορία). Πριν φθάσει ως πρώτος Ευρωπαίος στην Αλάσκα βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη, όπου ο αρχιεπίσκοπος Θεοφάνης «στην πορεία μιας συζήτησης στα λατινικά / του αφηγείται έναν μύθο από την περιοχή του Ντόλγι, / ότι ο Θεός γεννήθηκε αίφνης, / σαν κεραυνός εν αιθρία, / πάνω σε φύλλο πουλμονάριας.» Θα πλεύσει περιπετειωδώς στον αρκτικό κύκλο υπό τον Μπέρινγκ, καταλείποντας καταθλιπτικές διαπιστώσεις: «Πάνω στο ψυχορράγημα, τα άστρα που έχουμε μέσα μας / χάνουν την ιδιότητά τους, τη φύση, την υπόσταση / και την ουσία τους».

Αυτοβιογραφία, τέλος, του Ζέμπαλντ: Η μάνα κυοφορεί με θέα τις φλεγόμενες γερμανικές πόλεις, μνήμη που γρήγορα τυλίγεται στη σιωπή· έκσταση στιγμών και μελαγχολία καθημερινότητας· γερμανικό παρελθόν και νέα βρετανική πατρίδα· έλξη για το ερειπωμένο μεταβιομηχανικό Μάντσεστερ. Τόνοι πάντα σκοτεινοί από μια φωνή που βυθίζεται «χρόνο με τον χρόνο / μια σύρτις από βότσαλα παρασύρεται από τα κύματα της θάλασσας / όλο και ψηλότερα στον Βορρά, / κάθε πέτρα και μια νεκρή ψυχή». Αν υπάρχει κάποια παρηγοριά δεν είναι άλλη από την ποίηση, το διαρκές ακόνισμα του βλέμματός μας: «Τώρα πια ξέρω πως με το βλέμμα / του γερανού κατοπτεύει κανείς…».

Η μετάφραση παρακολουθεί ορθά και αβίαστα το δύσκολο πρωτότυπο, αλλά η έκδοση θα όφειλε να ‘ναι δίγλωσση. Συνειρμικά θυμίζουμε την κατακλείδα του νομπελίστα Ουόλκοτ απ’ την Καραϊβική, στο έργο του «Μεσοκαλόκαιρο» (1984): «Πού ‘ναι το παιδικό προσευχητάρι μου, τα ποιήματα με τη χρυσή μπορντούρα / ο ουρανός που λάτρευα δίχως ουράνια πίστη, αν μες στην οδύνη του ο Λόγος μεταστράφηκε σε ποίηση; / Αχ, άρτος της ζωής, μόνη μαγιά του η αγάπη! / Αχ, Ιωσήφ, κι ας μην πεθαίνει ποτέ κανείς στον τόπο του, / παχύ απ’ την καρδιά του θα φυτρώσει μ’ ευγνωμοσύνη το χορτάρι.». Ευρωπαϊκή, βαρύθυμη η απάντηση του πρόωρα χαμένου Ζέμπαλντ (1944-2001) με το «στοιχειώδες», όπως το ονομάζει, ποίημά του.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT