ΑΠΟΨΕΙΣ

Απέξω άνεση κι από μέσα…

H ανάμειξη του H. Ψινάκη στις εκλογές δεν θα είχε και πολύ μεγαλύτερη σημασία από άλλες, όπως της Εφης Σαρρή ή της Αντζελας Γκερέκου ή του Απόστολου Γκλέτσου ή της Βάσιας Τριφύλλη. (Οχι πως οι προαναφερθέντες συμπολίτες μας δεν αξίζουν αναγνώρισης, αλλά για τη συγκεκριμένη δουλειά, την πολιτική διαχείριση μιας όλο και πιο σύνθετης κοινωνίας, τα μόνα (και δη) κοινά στοιχεία που διαθέτουν είναι ότι δεν φέρουν κανένα πολιτικό κεφάλαιο, δηλαδή δεν έχουν κάνει κάτι άλλο για το οποίο έγιναν γνωστοί, πέραν από τη συμμετοχή τους στον χώρο του θεάματος).

Ωστόσο, ανεξαρτήτως της στάσης μας απέναντι σ’ αυτήν την τάση, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι -δήθεν- είμαστε εντελώς ανυποψίαστοι.

Υπενθυμίζεται πως το δελτίο ειδήσεων του STAR είναι δεύτερο σε τηλεθέαση, ο πρωθυπουργός υποδέχθηκε τον Σάκη Ρουβά και ο (μακαριστός) Αρχιεπίσκοπος την Εθνική Ομάδα Ποδοσφαίρου.

Και το πιο δυσοίωνο; Ολο και περισσότερες είναι οι ενδείξεις πως ο συνωστισμός πολιτικών στους προθαλάμους των τηλεοπτικών στούντιο δεν είναι το γόνιμο έδαφος «μόνο» για τη διαπλοκή, αλλά και για κάτι ακόμη: Για την απαξίωση της πολιτικής πράξης. Βλέπετε, στον χώρο του (τηλεοπτικού) θεάματος η πολιτική πράξη δεν είναι αναγκαία. Οι διαδικασίες της δεν μπορούν να έχουν εικόνα. Κι απέναντι είναι μόνο θεατές. Που απαιτούν εικόνα.

Η εποχή της δημοσιογραφίας του human story και του μονοπωλίου του, που στην Ελλάδα ήρθε περίπου μαζί με την τηλεοπτική άνοιξη, επηρέασε βαθύτατα και την προσέγγιση των πολιτικών ζητημάτων από πλευράς τηλεοπτικής παραγωγής. Πολλοί πολιτικοί ανταποκρίθηκαν (στους όρους του human story). Εγιναν πιο διάφανοι (κυρίως) στην ιδιωτική τους ζωή, πόνταραν όλο και περισσότερο στην εικόνα τους, αρκετοί άρχισαν ακόμη και να σκηνοθετούν τον εαυτό τους. Για τις ανάγκες της «τηλεθέασης» (σχεδόν) όλοι οι πολιτικοί χώροι παρήγαγαν επί παραδείγματι τους «φωνακλάδες τους».

Προφανώς, το πολιτικό σύστημα έχει τις ευθύνες του για την άνευ όρων παράδοση στην τηλεοπτική «αναγκαιότητα», στους «κανόνες της τηλεόρασης». Από τα μέσα της περασμένης δεκαετίας, οι ολιγάριθμες ομάδες επικοινωνιολόγων έχουν μεγαλύτερη επιρροή στη διαμόρφωση των κομματικών πολιτικών απ’ ό, τι η κομματική βάση ή τα εκλεγμένα όργανα. H νέα κομματική πολιτική ταυτίζεται όλο και περισσότερο με την επικοινωνιακή πολιτική, η οποία πλέον δεν επικοινωνεί πολιτικές (προτάσεις λύσεων μεγάλων προβλημάτων), αλλά τους ίδιους τους υποψηφίους. Το πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης όσο περισσότερο διεξάγεται εντός της τηλεόρασης (και με τους δικούς της όρους), άλλο τόσο απομακρύνεται από την πραγματική πολιτική.

Το κομματικό προσωπικό έχει σταματήσει να ανανεώνεται, αφού χρησιμοποιείται μόνο ως εκλογικός μηχανισμός. Τη «λύση» έδωσε πάλι η «τηλεδημοκρατία». Τα κόμματα αναζήτησαν συχνά νέα στελέχη στον χώρο του τηλεοπτικού star system, προκρίνοντας έτσι την άνεση απέναντι στον φακό από την πολιτική πείρα.

Ωστόσο, τελευταία, κάτι φαίνεται να αλλάζει. Δειλά δειλά, φωνές από τα περισσότερα κόμματα θέτουν όλο και πιο συγκεκριμένα το πρόβλημα και αναζητούν λύσεις. Οι προτάσεις για νέο εκλογικό σύστημα (Ντόρα Μπακογιάννη, Θεόδωρος Πάγκαλος) επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το αδιέξοδο της πολιτικής. Την (απ) εξάρτηση από την τηλεπραγματικότητα. Ενα δεύτερο ενθαρρυντικό, περίπου πρωτόγνωρο, σημάδι αυτής της αλλαγής εντός του πολιτικού κόσμου είναι και τα λεγόμενα «καθαρά» ψηφοδέλτια. Οχι πως όσοι αποχώρησαν ενέχονται κατ’ ανάγκη σε σκάνδαλα ούτε άλλωστε και είναι όλοι όσοι θα συμμετάσχουν απαλλαγμένοι από αυτά. Πάντως, τέτοια διαδικασία αυτοκάθαρσης του πολιτικού συστήματος δεν έχει ξανασυμβεί στην πρόσφατη ιστορία μας.

(Παράλληλα, η όλο και μεγαλύτερη απήχηση του Διαδικτύου δημιουργεί νέους συμμάχους και διευκολύνει την προσπάθεια αμφισβήτησης της τηλεοπτικής μονοκρατορίας). Σ’ αυτήν λοιπόν την ιδιαίτερη συγκυρία, ένας πολιτικός επιλέγει να «προσεγγίσει» το «απολίτικο κοινό της μεσημβρινής ζώνης» με τον χειρότερο για την πολιτική (στη συγκεκριμένη συγκυρία) τρόπο. Με όρους αποκλειστικά τηλεοπτικού μάρκετινγκ. O συγκεκριμένος πολιτικός αποδέχεται ότι δεν αναζητεί πρόσβαση σε ψηφοφόρους, αλλά σε θεατές, αφού εξαρτά αποκλειστικά την πολιτική του από πρόσωπα του τηλεοπτικού lifestyle.

«Πολιτικοποιώντας» τον Ψινάκη αποπολιτικοποιεί το κόμμα του.

Αυτό θα έκανε ένας διαφημιστής. Αυτό περίπου έκαναν μερικές φορές, μέχρι πρόσφατα, και άλλα κόμματα.

Αλλωστε, το θέαμα δεν ήταν ποτέ εκτός πολιτικής. Μεγάλοι δημιουργοί χρησιμοποιήθηκαν από τα κόμματα πολλές δεκαετίες πριν – αλλά τις εποχές που η Τέχνη επίσης έφερε έντονο πολιτικό κεφάλαιο.

Σήμερα, όμως, δεν μιλάμε ούτε για μεγάλους δημιουργούς ούτε, βέβαια, για πολιτικό κεφάλαιο. Αυτό, στην τηλεδημοκρατία, δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή στις εκλογές.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γιώργος Καρατζαφέρης λειτουργεί με τέτοιον τρόπο απέναντι στην πολιτική. H πρακτική του δείχνει ότι αντιλαμβάνεται την πολιτική σε τηλεοπτικές ζώνες. Χώρεσε στο κόμμα του από χιτλερικούς μέχρι οπαδούς του εθνικιστικού ΠΑΣΟΚ, από πρώην κομμουνιστές μέχρι χουντικούς. Μετά, πρόσφατα, έπαιξε στην πολιτική «prime time» αναζητώντας τους δυσαρεστημένους της N. Δ. -και πάλι με τηλεοπτικούς όρους, δηλαδή αποκλειστικά μέσα από πρόσωπα. Αλλά το μεγάλο όνομα που αναζητούσε για μεταγραφή από τη N. Δ. στον ΛΑΟΣ δεν βρέθηκε και αυτός, ως γνήσιο παιδί του τηλεοπτικού συστήματος, στράφηκε στην επόμενη ζώνη, τη μεσημβρινή.

Την ώρα που οριζόντια και κάθετα στο πολιτικό σώμα καταγράφεται μια μικρή αλλά έντονη αμφισβήτηση του τηλεοπτικοπολιτικού lifestyle, ο Γιώργος Καρατζαφέρης επιμένει τηλεοπτικά. Αναγνωρίζει ως πολιτική μόνο αυτή που προκαλεί θόρυβο. Δεν έχει σημασία ο λόγος, αρκεί η ένταση του θορύβου. Το στίγμα του ΠΑΣΟΚ σ’ αυτήν την προεκλογική διαδικασία δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τη Βάνα Μπάρμπα. Αλλά το στίγμα του ΛΑΟΣ έχει ήδη καπελωθεί από το όνομα Ψινάκης (ελλείψει άλλων προτάσεων στους εκλογείς και παρά το τελικό διαζύγιο).

Ο Γιώργος Καρατζαφέρης, σε μία από τις κρισιμότερες στιγμές του πολιτικού μας συστήματος, συντάσσεται με τον «εχθρό»: επιμένει στην τηλεοπτική μέθοδο άσκησης πολιτικής. Δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Πίστευε ότι ένας πτυχιούχος του Ιστορικού (Αδωνις Γεωργιάδης) θα μπορούσε να συνυπάρξει με έναν πτυχιούχο Οικονομικών (Ηλίας Ψινάκης). Στο κάτω κάτω, γνωστοί είναι και οι δύο.

Ο ελαφρολαϊκισμός της «πολιτικής» σκέψης στον ΛΑΟΣ, ο τυχοδιωκτισμός των θολών νερών και η αντιμετώπιση των ομάδων πολιτών ως τηλεοπτική σούπα θα είναι και οι αιτίες που ο ΛΑΟΣ δύσκολα θα ξαναδεί το ποσοστό των προηγούμενων ευρωεκλογών ακόμη και από μακριά…

Ιnfo

– Σπύρου Βλέτσα «Ευ ζην, όχι Lifestyle», Αθήνα 2009, εκδ. Μελάνι

– Βασίλη Βαμβακά «Εκλογές και κοινωνία στη Μεταπολίτευση», Αθήνα 2006, εκδ. Σαββάλας

– Thomaw Meyer – Lew Hinchman «Από τη δημοκρατία των κομμάτων στη δημοκρατία των ΜΜΕ», Αθήνα 2008, εκδ. Πολύτροπον

– Τζέιμς Κάραν «Μέσα επικοινωνίας και εξουσία», Αθήνα 2005, εκδ. Καστανιώτης

– Jean-Noel Jeanneney «Η ιστορία των μέσων μαζικής ενημέρωσης», Αθήνα 2005, εκδ. Παπαδήμας