ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αλλαγή του εκλογικού νόμου

O Γ. Παπανδρέου πήρε το ρίσκο και οδήγησε τον πρώην πρωθυπουργό και πρόεδρο του κόμματός του στην έξοδο της Βουλής. Ο Κ. Καραμανλής πήρε κι αυτός το δικό του ρίσκο και άφησε εκτός λίστας μια σειρά από πρώην προβεβλημένους υπουργούς. Ανεξάρτητα από τη μεθοδολογία, τη δεινότητα ή μη των χειρισμών, την επιλογή της στιγμής, το πολιτικό σκεπτικό και τη στόχευση, οι δύο υποθέσεις σφραγίζονται από τη στάμπα της απόλυτης ηγεμονίας του αρχηγού, η οποία μπορεί να υπερβαίνει ακόμη και τη διά της ψήφου εκφρασθείσα κρίση των πολιτών. Είναι αυτή μια από τις αδιαμφισβήτητες προνομίες του εκάστοτε αρχηγού; Φυσικά. Πρέπει, άραγε, να παραμείνει στο διηνεκές αδιαμφισβήτητη ή μήπως επιβάλλεται να τεθεί κι αυτή στο τραπέζι του προβληματισμού; Η απάντηση δεν είναι απλή, ούτε μονοσήμαντη και, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.

Οι υποστηρικτές του αρχηγικού μοντέλου, υπό το οποίο διαβιούν πολιτικά η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ σε όλη τη μεταπολίτευση, επιμένουν ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα εξουσίας, που αντλεί τη δύναμή του κυρίως από τον ηγέτη – τον πρώτο και μοναδικό τον οποίον ουσιαστικά αναγνωρίζει και άρα στηρίζει η εκάστοτε εκλογική βάση.

Κι όμως, σε αυτές τις περίεργες εκλογές, όπου η βεβαιότητα της νίκης συναγωνίζεται ευθέως τις κάθε είδους αβεβαιότητες και η σιγουριά του πρωταγωνιστή, την αγωνία του αδύναμου διαχειριστή, κάτι «κλωτσάει στο στομάχι». Κι ας διαψεύδονται παταγωδώς όσοι έσπευσαν να προαναγγείλουν κλονισμό του δικομματισμού, που παραμένει απαιτητικός όσο ποτέ. Είτε μιλάς με ανυπόμονο ψηφοφόρο του ΠΑΣΟΚ που περιμένει απλώς να περάσουν οι μέρες και να ξημερώσει η 4η Οκτωβρίου, είτε με απογοητευμένο ψηφοφόρο της Ν.Δ. που αγωνιά πώς θα ξημερώσει εκείνη η Κυριακή είτε με νεόκοπο οπαδό του ΛΑΟΣ που επιτέλους μπορεί να διαδηλώνει με άνεση την κομματική του προτίμηση γιατί ανήκει κι αυτός στους δικαιωμένους νικητές είτε δύσθυμο αριστερό, χαμένο στο πυκνό δάσος των συνιστωσών, η αίσθηση που σου μένει στο τέλος της ημέρας είναι ότι δεν πάει άλλο έτσι.

Σήμερα, ανοίγει από πολλές πλευρές η συζήτηση για την αλλαγή του τρόπου ανάδειξης των βουλευτών. Είναι προφανές ότι ουδείς πρόκειται να ανακαλύψει την πυρίτιδα. Είναι εξίσου πασίδηλο ότι όλα τα εκλογικά συστήματα έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Κάποια από αυτά, πάντως, απαντούν με πολύ συγκεκριμένο τρόπο σε συγκεκριμένες στρεβλώσεις. Για παράδειγμα, το βρετανικό εκλογικό σύστημα, με τις μονοεδρικές περιφέρειες, απαντά με σαφήνεια στο μείζον ζήτημα του τρόπου ανάδειξης των βουλευτών, το οποίο είναι άμεσα συνδεδεμένο με τις ουσιαστικές δυνατότητες μιας κυβέρνησης να υλοποιήσει την πολιτική της. Και γιατί απαντά με σαφήνεια; Πρώτα απ’ όλα, διότι τα κόμματα είναι αναγκασμένα να επιλέξουν τους καλύτερους υποψηφίους. Δεύτερον, διότι τα άτομα εγνωσμένου κύρους και με αξιόλογη πρότερη διαδρομή δεν έχουν λόγους να αποφύγουν την εμπλοκή με την πολιτική, αφού μπορούν να εκλεγούν χωρίς τη στήριξη οικονομικών συμφερόντων, με χαμηλού κόστους και σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένη από το άγχος των ΜΜΕ προεκλογική εκστρατεία και με ισχυρή δυνατότητα άμεσης προσωπικής επαφής με τους ψηφοφόρους. Οι παραπάνω προϋποθέσεις είναι μάλλον σαφές ότι διασφαλίζουν την ανάδειξη ικανών και άξιων. Και το κυριότερο: ελαχιστοποιούν τις μετέπειτα ενδοκομματικές και ενδοκυβερνητικές συρράξεις, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις λειτουργούν ενάντια στο δημόσιο συμφέρον. Μια σύντομη αναδρομή αρκεί για να απαριθμήσει κάποιος τις πολυάριθμες περιπτώσεις που υποψήφιοι του ίδιου συνδυασμού κάθε πολυεδρικής περιφέρειας, «σφάζονται» σε κάθε ευκαιρία, υπονομεύοντας συστηματικά την παραταξιακή συνοχή και ευτελίζοντας την ηθική της πολιτικής. Μήπως, λοιπόν, πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά για ένα σύστημα μονοεδρικής εκπροσώπησης, το οποίο θα εξυγίαινε, έστω και σε έναν βαθμό τις σχέσεις της πολιτικής με τους εκπροσώπους της;

Κάποιοι λένε ότι αυτό το εκλογικό σύστημα οδηγεί στην ενίσχυση του δικομματισμού. Και στη Βρετανία, όμως, ο δικομματισμός επικρατεί, αλλά με πολυσυλλεκτικά κόμματα και ισχυρές τάσεις στο εσωτερικό τους.