ΑΠΟΨΕΙΣ

Η τεχνική της υπεκφυγής

Τελικά, ίσως το πιο δύσκολο είναι να συντάξεις ερωτήσεις παρά να δώσεις απαντήσεις. Οσοι, στα φοιτητικά μας χρόνια, συμμετείχαμε στις συνελεύσεις της σχολής μας συνδικαλιζόμενοι, το θυμόμαστε αυτό. Θυμόμαστε, δηλαδή, πως ό,τι κι αν ρωτούσαμε τον εισηγητή της μιας ή της άλλης παράταξης που είχε πίσω της ολόκληρο κόμμα, θ’ ακούγαμε το ίδιο τροπάριο, συντεθειμένο με τη μέθοδο της υπεκφυγής. Το μόνο που μας απέμενε ήταν να σκαρώσουμε μια εκτός συρμού ερώτηση όχι για να λάβουμε σαφή απόκριση, αλλά για να υποχρεώσουμε τον ρήτορα σε μισό λεπτό αμηχανίας πριν αρπαχτεί από τα κλισέ που έτρωγαν το μυαλό του. Αυτό το μισό λεπτό που περνούσε ώσπου να πέσει η απάντηση, «χμ, κοιτάξτε, όπως είπε ο σύντροφος πρόεδρος…», αρκούσε για να μας προσφέρει ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

Στο ντιμπέιτ των έξι η τεχνική της υπεκφυγής τιμήθηκε πρεπόντως. Για να αποδειχθούν έτσι δύο τινά. Πρώτον, ότι καμία ερώτηση δεν είναι «εκτός θέματος», διότι το θέμα είναι πάντοτε το ίδιο, αυτά που έχουμε ήδη στο μυαλό μας σαν αντανακλαστική απάντηση, και τα οποία θα ειπωθούν δίκην αποκρίσεως ό,τι κι αν μας ρωτήσουν· το θέμα, δηλαδή, είμαι εγώ που μιλάω, εξ ου και η διαρκής αυτοπαραπομπή του κ. Παπανδρέου (όταν ήμουν υπουργός Παιδείας ή Εξωτερικών…) και η συνεχής καταφυγή του κ. Καραμανλή στις προσφιλείς του λέξεις, «ευθύνη/ανευθυνότητα, νεφελώδη προγράμματα, λαϊκισμοί». Παρεμπιπτόντως, τα γλωσσικά μαργαριτάρια μάς τα χάρισαν οι αρχηγοί που υποτίθεται πως είναι οι ευφραδέστεροι της ομήγυρης, ο κ. Καραμανλής, που επέμενε ότι «πρέπει να πάρουμε πολιτικές» και «να κάνουμε πολιτικές», και ο κ. Καρατζαφέρης, που μες στην αγωνία του να πετάει τα «εις την» και «διά την» για να φαντάζει άρχων της καθαρευούσης, άλλαξε φύλο στην αρχαιόθεν θηλυκή «διέξοδο», κι ακούσαμε έτσι ότι «υπάρχουν κι άλλοι διέξοδοι» αλλά και «άλλο διέξοδο».

Το δεύτερο που αποδείχθηκε είναι πως ο χρόνος είναι πάντοτε πολύς, αγχωτικά πολύς, για να δοθούν απαντήσεις, κι ας πιστεύαμε ότι το δίλεπτο των αρχηγών ήταν στενάχωρο και δεν θα τους επέτρεπε να αναπτύξουν τη σκέψη τους. Δεν έκανα καμιά επιστημονική μέτρηση, η εντύπωσή μου πάντως είναι ότι οι ερωτώντες δημοσιογράφοι έπεσαν περισσότερες φορές έξω στον υπολογισμό του χρόνου μακρηγορώντας απ’ ό,τι οι απαντώντες πολιτικοί. Οταν σε ρωτούν για τις πυρκαγιές του 2007 και του 2009, επί της πρωθυπουργίας σου, κι εσύ το μόνο που βρίσκεις να πεις, βαθιά ασυγκίνητος, είναι για τη διάλυση της Δασικής Υπηρεσίας από το ΠΑΣΟΚ, τότε ο χρόνος φτάνει και περισσεύει. Φτάνει και περισσεύει επίσης όταν σε καλούν να δώσεις νόημα στην «πράσινη ανάπτυξη» που ονειρεύεσαι σαν ημεδαπός Ομπάμα και το μόνο συγκεκριμένο που έχεις να αναφέρεις είναι «η απαράμιλλη φυσική ομορφιά της Ελλάδας» ή όταν σε ρωτούν για τον κ. Σημίτη και απαντάς ότι το «ΠΑΣΟΚ είναι κόμμα συμμετοχικό» (ακριβώς όπως επί του πατρός σου) και ότι «σε εξέλεξαν 900.000 άνθρωποι». Μα, ένα εκατομμύριο δεν έλεγαν τότε; Πού χάθηκαν εκατό χιλιάδες νοματαίοι;