ΑΠΟΨΕΙΣ

Το είναι και το φαίνεσθαι…

Το πολύ το ντιμπέιτ, το βαριέται το κοινό! Δεν ξέρουμε με τι κριτήρια και πώς «μετράνε» τις εντυπώσεις των (εντυπωσιοθηρικών!) τηλεμαχιών τα κομματικά επιτελεία και οι επιστρατευμένοι επικοινωνιολόγοι, αλλά αυτή η σχετικά νεόκοπη «αγάπη», που ανακάλυψαν οι πολιτικοί στις στημένες και εκ προοιμίου ασφυκτικά σκηνοθετημένες τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις, μάλλον κάτι το πονηρό υποκρύπτει. Από τη μια, φροντίζουν στις ατέρμονες συζητήσεις και παζάρια, που προηγούνται μεταξύ των κομματικών εκπροσώπων, να «στρογγυλέψουν» διαδικασίες και ουσία μιας πραγματικής και ειλικρινούς ανταλλαγής απόψεων και θέσεων με πραγματικό και απροσχημάτιστο διάλογο, στο επίπεδο των δικών τους μικροπολιτικάντικων και εντυπωσιοθηρικών επιδιώξεων, μετατρέπουν, δηλαδή, το ντιμπέιτ σε μια… σούπα άνευρη και ακίνδυνη και από την άλλη, ανάλογα με τις πρόχειρες «μετρήσεις» πρόσκαιρων αντιδράσεων του τηλεοπτικού κοινού (υποχρεωτικού κοινού, αφού οι τηλεμαχίες μεταδίδονται σχεδόν… σε διακαναλικό εθνικό δίκτυο!), τις… αναγάγουν σε μείζον ζήτημα της προεκλογικής εκστρατείας και ζητούν… «μπιζ»!

Να γίνουν και άλλα ντιμπέιτ, προς τι; Για να καταλάβουμε και εμείς. Αν εξαιρέσει κανείς τους (αντιδημοκρατικά, σχεδόν απαξιωτικά, ονομαζόμενους…) «μικρούς», που δίχως την αγωνία να υποχρεωθούν σε λίγες μέρες να εφαρμόσουν, ως εξουσία, τα όσα έλεγαν και υπόσχονταν στις τηλεμαχίες, οι αρχηγοί των κομμάτων εξουσίας έρχονται προετοιμασμένοι και δασκαλεμένοι όχι για «να πουν», να «εξηγήσουν», αλλά για το τι… ΔΕΝ θα πουν, πόσο πιο «διαφημιστικοί» και «σλογκανάτοι» θα είναι, πώς θα αποφύγουν το μεγάλο λάθος και πώς θα κερδίσουν τις επικοινωνιακές εντυπώσεις. Δεν το ‘δαμε, άλλωστε, και στα δύο ντιμπέιτ που έγιναν (και μάλιστα… «κολλητά», σε υπερβολική δόση, με αποτέλεσμα να μπουχτίσουμε!) σε τούτη την προεκλογική περίοδο;

Κανένας από τους δύο «μονομάχους» δεν έκανε «ΤΟ λάθος» – είχαν άλλωστε προετοιμαστεί προσεκτικά για να το αποφύγουν. Γι’ αυτό και επί της ουσίας, κανείς από τους δύο δεν βγήκε ουσιαστικά «κερδισμένος». Σε επικοινωνιακό επίπεδο, είναι σαφές πως «στα σημεία» (λόγω άνεσης στον δημόσιο λόγο και τον χειρισμό της «γλώσσας του σώματος», μπροστά σε κάμερες) υπερίσχυσε, ιδίως στην «τετ α τετ» τηλεμαχία τους, ο Κώστας Καραμανλής. Στην εντύπωση, όμως, μονάχα – και για πόσο; Μπορεί να μην πιέσθηκε επαρκώς (και θα μπορούσε, πέρα από το ασφυκτικό «τελετουργικό» της τηλεαντιπαράθεσης…) από τον Γιώργο Παπανδρέου στα συγκεκριμένα ζητήματα, αλλά υπάρχει τηλεθεατής που να «ικανοποιήθηκε» από την «απολογία» του σημερινού πρωθυπουργού ως προς το γιατί όλα τα… ωραία και αυτονόητα που επαγγέλλεται (και για τα οποία, μάλιστα, ζήτησε και «νωπή λαϊκή εντολή») ΝΑ κάνει, αν επανεκλεγεί, ΔΕΝ τα έκανε στα περίπου 6 χρόνια που έχει τις ευθύνες διακυβέρνησης;

΄Η, επίσης, δεν άφησε κενά και δυσπιστία ως προς την ειλικρίνειά του όταν του «ζητήθηκε ο λόγος» (χλιαρά και επιδερμικά, είναι η αλήθεια…) από τον διεκδικητή της πρωθυπουργίας για τα τόσα σκάνδαλα και όζουσες υποθέσεις (Βατοπέδι, δομημένα ομόλογα, «κουμπάρους» κ.λπ.) και αυτός περιορίσθηκε στο ότι… «δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του» (το… σπαθί του το ρώτησε;) και πως «όλες τις υποθέσεις τις παρέπεμψε στη δικαιοσύνη» αφού, διά τών αποχωρήσεων και του πρόωρου κλεισίματος της Βουλής, εξασφάλισε ότι εξεταστικές και ανακριτικές επιτροπές δεν επρόκειτο να συσταθούν;

Και από την άλλη, ο διεκδικητής της εξουσίας έπεισε κανέναν με στοιχεία πως έχει συγκεκριμένο, επεξεργασμένο και εξειδικευμένο πρόγραμμα ΕΤΟΙΜΟ να το ανακοινώσει στον ελληνικό λαό, όταν παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που του τίθενται ως προς το «πού θα βρει τα λεφτά», απαντά με γενικολογίες και (σωστές…) οραματικές διακηρύξεις, που μπορεί μεν να αποτελούν ιδεολογικό, οραματικό προσανατολισμό, αλλά πειστικό «εργαλείο» δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση; Πόσο αξιόπιστος προβάλλει, όταν επιμένει στις «απαντήσεις» του στην τηλεμαχία να λέει πως «εμείς μιλάμε με στοιχεία και νούμερα…», αλλά κανείς να μην… θυμάται ποια συγκεκριμένα νούμερα ανέφερε, πέραν της διαπίστωσης πως «λεφτά υπάρχουν και μπορούν να εξασφαλισθούν»;

Δεν ισχυρίζεται κανείς πως αυτά τα ντιμπέιτ δεν επηρεάζουν σε κάποιο (μικρό, πάντως, όταν οι συσχετισμοί έχουν ξεκαθαρίσει…) βαθμό τους «αναποφάσιστους», ή ακόμη τους δυσαρεστημένους από τον απολογισμό του κυβερνώντος κόμματος – αλλά «ρεύμα», σε καμία περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να διαμορφώσουν. Από τη στιγμή, μάλιστα, που οι δύο μονομάχοι εστίασαν το ενδιαφέρον τους στο «φαίνεσθαι» και… την αποφυγή του «λάθους». Μόνο που για να κερδίσει κάποιος τις εκλογές και μάλιστα στις συγκεκριμένες συνθήκες, χρειάζεται «κάτι περισσότερο» από το να μπορεί να κερδίζει τις εντυπώσεις…