ΑΠΟΨΕΙΣ

Διακρινοντας

Τι ακριβώς συνέβη στην Κύπρο το 1974 και τι σήμανε για τους Ελληνες το δράμα της «μαρτυρικής Μεγαλονήσου» τα τελευταία 35 χρόνια; Ποιο νόημα έχει για μας η λέξη πατριωτισμός, ποια σημασία αποδίδουμε στις εθνικές θυσίες και τι εννοούμε στις μέρες μας με την έκφραση πολεμική ανδραγαθία (παραμερίζοντας προς στιγμήν τον επίσημο λόγο της εθνικής παιδείας); Και μόνο που παίρνει την πρωτοβουλία να θέσει τέτοια δύσκολα, λεπτά, καυτά ζητήματα «βάζοντας το κεφάλι του στον ντορβά», το μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή» (Μεταίχμιο, σελ. 447) γεννά σεβασμό: Θέτει το δάκτυλο εις τον τύπον των ήλων κι ακόμα φέρνει στο φως πτυχές της Ιστορίας που δεν είναι κοινής λήψης. (Ομολογώ πως ποτέ μου δεν έχω όλα αυτά τα χρόνια συναντήσει κάποιον που έλαβε μέρος στην ελληνοτουρκική σύγκρουση ή που κι αν τυχόν έλαβε, είχε τη διάθεση να το συζητήσει).

Στο μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη, δεκαετίες μετά τον πόλεμο, μια ομάδα παλαιμάχων ταξιδεύουν ξανά στην Κύπρο στην προσπάθειά τους να κατορθώσουν να μιλήσουν για τις αποσιωπημένες, βασανιστικές εμπειρίες τους ως μέλη των σωμάτων των Ελληνικών Δυνάμεων Κύπρου (ΕΛΔΥΚ). Κυρίαρχο συναίσθημά τους είναι ότι οι Ελληνες πολεμιστές των προηγούμενων συρράξεων, της Μικρασίας, του ελληνοϊοταλικού και του ελληνογερμανικού πολέμου, της Εθνικής Αντίστασης, αλλά ακόμα και του αδελφοκτόνου Εμφυλίου, έγιναν λίγο – πολύ αποδεκτοί στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας – ως ηρωικοί νικητές και θύματα που αντιμετώπισαν περιστάσεις πάνω απ’ το ανθρώπινο μέτρο. Τα μέλη της ΕΛΔΥΚ αντιθέτως αισθάνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι, ωσάν να υπήρξαν προσωπικοί υποστηρικτές του προδότη πραξικοπηματία Σαμψών, ωσάν να είναι αυτοί οι ίδιοι προσωπικά υπόλογοι για την ταπεινωτική ήττα και την απάνθρωπη διχοτόμηση της νήσου. Διότι δεν πραγματοποιήθηκε η απαραίτητη κάθαρση από το άχθος των ψυχικών τραυμάτων τους μέσω κάποιας τιμητικής αναγνώρισης του εθνικού τους αγώνα.

Ως μυθιστόρημα, το κείμενο του Γκουρογιάννη έχει αρκετές αρετές αλλά και πολυάριθμες αδυναμίες. Περιέχει ορισμένες εξαιρετικά αδρά ιχνογραφημένες μορφές. Παραθέτει συγκλονιστικές μαρτυρίες για τον πόλεμο. Κι ακόμα διαθέτει ένα ζωηρότατο σουρεαλιστικό τέλος. Στο σύνολό του, ωστόσο, το αφήγημα δεν έχει οικονομία σύνθεσης και ο ρυθμός του πάσχει. Υπάρχουν πολυάριθμοι δραματικώς ανενεργοί διάλογοι και πολύς θεωρητικός σχολιασμός. Υπάρχει επίσης και κάποιου είδους αναστολή, ωσάν ο αφηγητής να μη θέλει να στενοχωρήσει κανέναν: ωσάν να αισθάνεται υποχρεωμένος από τη μια να αναπτύξει ολόκληρη την παραδοσιακή ρητορεία γύρω από τον πατριωτισμό και από την άλλη να αισθάνεται την ανάγκη να είναι πολιτικώς ορθός κρατώντας αποστάσεις από τις τρέχουσες εθνικοπατριωτικές προσεγγίσεις. Αποτυγχάνει με άλλα λόγια να εφαρμόσει πειστικά την καταστατική μυθιστορηματική συνθήκη της πολυφωνικής αντιφατικότητας (ότι άλλα πρόσωπα πιστεύουν έτσι και άλλα αλλιώς) – με βάση δε την αρχή του «και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι» δημιουργεί ασάφεια στη συνολική γραμμή της αφηγηματικής του πλεύσης.

Κι ωστόσο. Το μυθιστόρημα δεν παύει να είναι αξιοσύστατο για το θάρρος τού ότι αίρει την τροχοπέδη της σιωπής φέρνοντάς μας ενώπιον δύσκολων ζητημάτων. Τι σημαίνει για μας η εισβολή του ’74; Αναμφισβήτητα ένα μείζον εθνικό και πολιτικό ζήτημα, μια δυνητική απειλή για την ελληνική επικράτεια και δυσβάστακτες στρατιωτικές δαπάνες. Με τη μεσολάβηση όμως της μεταπολιτευτικής κάθαρσης, το 1974 σημαίνει επίσης και πλήθος από θετικές εξελίξεις: γύρισμα της σελίδας στο παρελθόν με την άνευ προηγουμένου ομαλοποίηση του πολιτικού μας βίου. Κι επίσης την με κάθε τρόπο υποδήλωση της διάθεσής μας να ζήσουμε ειρηνικά απολαμβάνοντας τα αγαθά της ευζωίας (ακόμα κι αν τούτο κατέληξε να εξυπονοεί ότι αράξαμε αμέριμνοι και γεμίζουμε το στομάχι μας με δανεικά μέχρι τελικής πτώσης). Για τους Κυπρίους όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κι εκείνοι πραγματοποίησαν μια ακόμα πιο αξιοσημείωτη οικονομική ανάπτυξη. Ομως, αυτοί έζησαν στο πετσί τους την ανατριχιαστική πραγματικότητα της αιματοβαμμένης πράσινης γραμμής και των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Την μέχρι σήμερα ανυπόφορη οδύνη τους φανερώνουν άλλωστε αρκετά συχνά, αγριεμένα λόγια όπως: «Δεν πρόκειται να πατήσω το πόδι μου στα Κατεχόμενα. Δεν θα ζητήσω εγώ βίζα για να μπορέσω να πάω σπίτι μου». Παρά τις αδυναμίες του, το μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη αποκαλύπτει δύο καίρια σημεία: πρώτον την ασυναίσθητη ελλαδική αναστολή στην εμβίωση του κυπριακού δράματος και δεύτερον τις βαθύτερες αλλαγές που έχουν σημειωθεί απέναντι στις κοινωνικές μας προτεραιότητες και τις εθνικές μας αξίες.