ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναγνωσεις

Ο κινηματογράφος είναι εγκεφαλικά νεκρός», είπε ο Πίτερ Γκριναγουέι το περασμένο Σάββατο σε masterclass που έδωσε, προσκεκλημένος του Διεθνούς Φεστιβάλ της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας». Το ίδιο βράδυ, στο «Αττικόν», το Φεστιβάλ φιλοξενούσε μια βραβευμένη στο Βερολίνο ταινία: «Το ποτάμι ανάμεσα» («London river») του Ρασίντ Μπουχαρέμπ. Ετυχε, εκείνη την ημέρα, η εκκεντρικότητα του Βρετανού δημιουργού να σκοντάψει πάνω σε μια μικρή παραγωγή, μεγάλης τρυφερότητας, συγκίνησης και λεπταίσθητων αποχρώσεων. Με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 2005, ο σκηνοθέτης φέρνει κοντά έναν μουσουλμάνο Αφρικανό μετανάστη και μια χριστιανή Αγγλίδα χήρα, που αναζητούν τα αγνοούμενα παιδιά τους.

Πώς μια τέχνη τόσο ευέλικτη, που μπορεί να μεταμορφώνεται, να αναζητάει, να επικοινωνεί, να επηρεάζει, ανακηρύσσεται «κλινικά νεκρή»; Το κάδρο – πλαίσιο, το κείμενο, οι ηθοποιοί και η κάμερα είναι οι τέσσερις τυραννίες του κινηματογράφου, υποστηρίζει ο Γκριναγουέι. Και στρέφεται στη γενιά του λάπτοπ και στην αποθέωση των νέων τεχνολογιών όχι μόνο για να διευρύνει και να εξελίξει την προσωπική του αναζήτηση, αλλά και για να σταθμίσει τις απώλειες, συνέπεια των καταιγιστικών αλλαγών.

Σύμφωνοι· η οθόνη βάζει τα όριά της, οι ηθοποιοί και η κάμερα τους όρους τους. Να το δεχτούμε. Στην οθόνη, η Μπρέντα Μπλέθιν και ο Σοτιγί Κουγιατέ, δυο σπουδαίοι καλλιτέχνες για το ήθος που αναδίνουν και την απολυτότητα της τέχνης που προασπίζονται. Είναι οι γονείς που προτιμούν να συντηρούν το ερώτημα παρά να αντιμετωπίσουν την απάντηση, την οποία υποψιάζονται. Ναι, η κόρη και ο γιος έχουν χαθεί αλλά ως το τέλος σχεδόν της ταινίας η Αγγλίδα και ο Αφρικανός αποφεύγουν να δουν τα σημάδια που θα τους φέρουν πρόσωπο με πρόσωπο με την αλήθεια. Στη διαδρομή, θα φανούν όλα όσα τους χωρίζουν: η θρησκεία, το χρώμα, οι διαφορετικοί πολιτισμοί. Η συνύπαρξη δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση ούτε στο πολυπολιτισμικό Λονδίνο ούτε στην επερχόμενη συντριβή εξαιτίας της απώλειας. Η Αγγλίδα αγρότισσα παρατηρεί με επιθετική καχυποψία και φόβο ανάμεικτο με απώθηση τον ψηλόλιγνο, επιβλητικό μαύρο μουσουλμάνο, που περιποιείται λεύκες, με τα μακριά πλεγμένα μαλλιά, το ράθυμο βήμα, τη στωικότητα σμιλεμένη με απαντοχή. Εκείνος, πάλι, μοιάζει να αίρεται πάνω από τις διαφορές. Θα προσπαθήσει να τη βοηθήσει, να κατανοήσει (ή μήπως να αγνοήσει) την κακή συμπεριφορά και στάση της, η ανάμνηση της κοινότητας καθορίζει τη δική του αντίδραση. Στο κινηματογραφικό «ντιμπέιτ» του Ρασίντ Μπουχαρέμπ, η Δύση είναι σφιχτά κουμπωμένη απέναντι στον «άλλον» κόσμο. Δεν περιλαμβάνεται στις «αναγνωρίσιμες» εικόνες και αναφορές της. Ο Αφρικανός, πάλι, υπακούει σε εσωτερικούς αδιατάρακτους ρυθμούς μιας αρχέγονης μοίρας που νοηματοδοτεί έναν άγνωστο γι’ αυτόν πολιτισμό και μια ανοίκεια πραγματικότητα. Ακόμη και ο τρόπος που θα καταρρεύσουν διαφέρει. Η Αγγλίδα σέρνεται πάνω στον τοίχο πονώντας γοερά, σπαρακτικά. Εκείνος, απλώς, πέφτει στο δάπεδο. Κάθεται, αδειανός, άηχος, με το βλέμμα στραμμένο προς τα μέσα. Προσπαθεί να συντρέξει, αλλά καταλαβαίνει ότι τίποτα δεν παρηγορεί στην απώλεια του παιδιού. Ισως ο χρόνος και η φύση. Ισως.

Ελάχιστα μέσα χρησιμοποίησε ο Γαλλοαλγερινός σκηνοθέτης. Και κατάφερε να υπηρετήσει μια τέχνη ισορροπίας και πληρότητας. Το κατακερματισμένο και ανολοκλήρωτο σύμπαν που περιέγραφε λίγες ώρες νωρίτερα ο Γκριναγουέι είναι, ασφαλώς, το μέλλον. Ενα μέλλον ανατρεπτικό, ριζοσπαστικό, απροσδόκητο, συναρπαστικό. Τόσο ο 50χρονος Μπουχαρέμπ όσο και ο 65χρονος Γκριναγουέι, παρά τις αταίριαστες διαδρομές τους, εκφράζουν την αντίθεσή τους απέναντι σε παλιές απαντήσεις και φθαρμένες μορφές, αφελείς γλυκύτητες, εύκολα στερεότυπα, ανέξοδα κλισέ. Το ανθρώπινο σύμπαν περίπλοκο και απρόβλεπτο· το σύμπαν των νέων τεχνολογιών διαρκώς ανανεούμενο και επιβλητικό. Βγαίνοντας από το «Αττικόν» χαμογελούσαμε ακόμη με τον Γκριναγουέι, αλλά με μάτια βουρκωμένα από τον Μπουχαρέμπ.