ΑΠΟΨΕΙΣ

Η βασική εκπαίδευση

«Για να ξεφύγουμε από τις παλιές συνήθειες, τον κύκλο της ανασφάλειας και της απόγνωσης, πρέπει να λέμε δημόσια ό,τι παραδεχόμαστε κατ’ ιδίαν», είπε ο Μπαράκ Ομπάμα στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ πριν από λίγες ημέρες. Η φράση μπορεί να μην είχε καμία απολύτως σχέση με προεκλογικά τεκταινόμενα, έδινε όμως το στίγμα της σχέσης πολίτη – πολιτικού.

Η απόσταση ιδιωτικού – δημόσιου στις εξαγγελίες και στην, όποια, εφαρμογή τους ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη διαταραγμένη σχέση των ψηφοφόρων με την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Πολύ δύσκολα ο πολιτικός αναλαμβάνει την ευθύνη και το κόστος να διαφωτίσει και όχι να συσκοτίσει, όσο και αν κόπτεται για το αντίθετο. Και το παραμορφωτικό παράλογο: όσο δηλώνει ότι μιλάει «με απόλυτη ειλικρίνεια» τόσο αυξάνεται η καχυποψία του πολίτη.

Ας εξετάσουμε τις έννοιες της κατά Ομπάμα διατύπωσης, «παρερμηνεύοντας» τις προθέσεις του: οι «παλιές συνήθειες» εκφράζουν μια κίνηση αέναη, μηχανική, που δεν έχει καμία σχέση ούτε με την αντιληπτική ικανότητα του πολιτικού ούτε με την ικανότητα λήψης αποφάσεων. Πρόκειται για μια μορφή στρατολόγησης, για ένα μοντέλο καριέρας, κάτι σαν σκυταλοδρομία που δεν θα φτάσει ποτέ στο νήμα. Μια αλληλοδιαδοχή στη χρήση του λεξιλογίου, στον επιτονισμό των λέξεων, στο στήσιμο του σώματος, στις, βασικές, χειρονομίες. Μια επίπονη εκπαίδευση που περνάει από τοπικούς συλλόγους, περιφερειακές επιτροπές, έως να στεφθεί το άλμα (στην εκλογική λίστα και από εκεί στα ύπατα αξιώματα) με επιτυχία – αφού έχει επιβιώσει και επικρατήσει παρασκηνιακών ενεργειών και διαρκούς ίντριγκας. Ο,τι έμαθε ο πολιτικός σε αυτήν τη βασική εκπαίδευση οφείλει στη συνέχεια να το προστατεύσει απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση. Οι απαντήσεις, ταξινομημένες κατά θέματα, σπανίως αποκλίνουν από το αναμενόμενο. Οι ασκημένοι θεατές – ακροατές, έχουν πάψει να αιφνιδιάζονται· και αν δεν γνωρίζουν ακριβώς, υποθέτουν, με μεγάλες πιθανότητες προσέγγισης.

Τώρα, γιατί, οι «παλιές συνήθειες», αντί να καθησυχάζουν μας οδηγούν «σε έναν κύκλο ανασφάλειας και απόγνωσης», μόνο η πολιτική διεισδυτικότητα και η ευστροφία ενός ηγέτη του διαμετρήματος του Ομπάμα μπορεί να συνοψίσει. Τα προβλήματα διογκώνονται και πιέζουν με τέτοιες ταχύτητες που η «βασική εκπαίδευση» αδυνατεί να παρακολουθήσει. Οταν, λοιπόν,, ο μηχανισμός λειτουργεί ερήμην της κοινωνίας, δεσμευμένος σε ένα λόγο χειμαρρώδη μεν αλλά και ασφυκτικά ίδιο, που δεν αναπροσαρμόζεται, που δεν εμπνέει, ούτε καν αιφνιδιάζει, η διδασκόμενη ύλη αποδεικνύεται αναχρονιστική. Καθόλου ανώδυνα όμως. Γιατί όλοι οι υποψήφιοι, λίγο πολύ, μπορούν να αρθρώσουν δυο κουβέντες για τη μετανάστευση, την ανεργία, την εγκληματικότητα ή τα τεκμήρια φορολόγησης, να προτείνουν «το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν» οι παρατάξεις που εκπροσωπούν, να «τοποθετηθούν στα αδιέξοδα», μόνο που κανείς δεν μπορεί να ανακουφίσει την «ανασφάλεια και την απόγνωση», δραστικό αμάλγαμα των σύγχρονων κοινωνιών. Οι παρεμβάσεις τους προσβλέπουν μόνο στην ψηφοθηρία.

Στο κενό που ανοίγεται ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο (σε ό,τι, δηλαδή, οι πολιτικοί παραδέχονται κατ’ ιδίαν και ανασκευάζουν δημόσια) καταβαραθρώνεται η έννοια του πολίτη και επιβιώνει κλωνοποιημένη μόνον εκείνη του οπαδού.

Ο δημόσιος λόγος ταυτίζεται με αγορεύσεις κωδικοποιημένης αμηχανίας που καταλήγουν σε παροτρύνσεις του τύπου «μαζί θα παλέψουμε». Ο ιδιωτικός λόγος δεν φτάνει ποτέ στα μπαλκόνια. Είναι σκληρός, αφτιασίδωτος, σχεδόν ακατέργαστος. Οποιος τον ακούει ζεματίζεται και όποιος τον εκστομίζει καίγεται. Και την ίδια στιγμή λυτρώνεται. Γιατί η μόνη διέξοδος είναι αυτή που δεν έχει αυταπάτες.