ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια παράξενη κοπέλα

Την περασμένη εβδομάδα, μια εκπομπή μας έκανε να ξεχάσουμε τα γκρίζα, τα δύσκολα και τα γελοία που μας περικυκλώνουν. Ηταν το ντοκιμαντέρ του «Παρασκηνίου» (ΕΤ1) για τη Μαρίκα Νίνου, σε σκηνοθεσία της Δώρας Μασκλαβάνου και με τίτλο «Τι παράξενη κοπέλα είσ’ εσύ», δανεισμένο από το πρώτο τραγούδι της στη δισκογραφία που γράφτηκε από τον Μανώλη Χιώτη. Με έναν τρόπο, η Νίνου έμεινε κοπέλα, και ας παντρεύτηκε δύο φορές και ας απέκτησε ένα γιο. Η μικροκαμωμένη, αρμενικής καταγωγής Μαρίκα Νίνου δεν πρόλαβε να γεράσει: πέθανε το 1957, προτού συμπληρώσει τα 35. Ούτε δέκα χρόνια δεν κράτησε η πορεία της στο τραγούδι (εδώ δεν χωράει η αγοραία λέξη «καριέρα»), όμως η φωνή της δεν μπήκε και δεν θα μπει στο μουσείο.

Το ντοκιμαντέρ περιέχει αρκετά βιογραφικά στοιχεία, αλλά δεν τα παραθέτει με «εγκυκλοπαιδίστικη» μορφή. Αντίθετα, μαθαίνουμε για τη Νίνου μέσα από τη ροή των εικόνων και των τραγουδιών, από φωτογραφίες και από μαρτυρίες ανθρώπων που τη γνώρισαν, όπως της ανιψιάς της, της Γκιούλας Αταμιάν ή της Νούνιας Γεραμιάν από την Αρμενική Παροικία της Ελλάδας. Και μόνο τα μεγάλα μαύρα μάτια, στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή στα σημερινά έγχρωμα πλάνα, που φανερώνουν την αρμενική καταγωγή, και μόνο τα όμορφα ονόματα (Οβανές Μεσροπιάν λεγόταν ο γιος της) μιλούν για τις γέφυρες που ένωναν τη Νίνου με τους μεγάλους πολιτισμούς πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Στην ταινία δεσπόζουν η φωνή της Νίνου, η κίνησή της στο πάλκο (χάρη σε τρεις ελληνικές ταινίες του ’50 στις οποίες τραγουδά πλάι στον Τσιτσάνη), τα λιγοστά χνάρια από τις παλιές γειτονιές της Κοκκινιάς (από εφτά ετών η Νίνου έψαλλε στην αρμενική εκκλησία του Αγίου Ιακώβου), το ταπεινό διώροφο σπίτι της, το νάζι, η θηλυκότητα και η γενναιοδωρία της. «Δεν υπήρχε νότα που να μην μπορεί να τραγουδήσει η Νίνου», λέει ο δημοσιογράφος Γιώργος Κοντογιάννης, που αναγνωρίζει ότι τα φωνητικά της χαρίσματα ήταν ανεπανάληπτα.

Εμμεσα το ντοκιμαντέρ τίμησε και δύο σπουδαίους εργάτες του τραγουδιού: την Ευαγγελία Μαργαρώνη και τον Γιάννη Σταματίου ή Σπόρο. Η πρώτη, που επί χρόνια έπαιζε ακορντεόν και πιάνο στην ορχήστρα του Τσιτσάνη, λέει ότι όταν έβγαινε η Νίνου στο πάλκο «δεν μπορούσες να τραβήξεις τα μάτια από πάνω της». Και η κάμερα, όμως, έμοιαζε να μην μπορεί να τραβηχτεί από τα χέρια, την κουρασμένη ευγενική μορφή, τη φιγούρα αυτής της μουσικού, ενώ με ξεχωριστό σεβασμό πλησίασε το πρόσωπο του «Σπόρου», ενός θρυλικού σολίστα του μπουζουκιού τον οποίο πολλοί γνωρίσαμε μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του αξέχαστου Πάνου Γεραμάνη.

Τυχερός ο Τσιτσάνης, που του έτυχε μια Νίνου στο διάβα του (και αντιστρόφως), τυχεροί και όσοι κάτι λίγα μπορούν να νιώσουν σήμερα από τη νιότη και τη θέρμη της φωνής της – γιατί η ψυχή της είναι μακριά, όπως μακριά βρίσκεται η ταβέρνα του Τζίμη του Χοντρού κι εκείνη η Ελλάδα που, παρά τη φτώχεια της, γεννούσε τέτοια πολύτιμα τραγούδια.