ΑΠΟΨΕΙΣ

Διακρινοντας

Η συντακτική ομάδα της καινούργιας επιθεώρησης «The Athens Review of Books» μπορεί να περηφανεύεται πως δημιούργησε το περιοδικό που πολλοί από όσους επί χρόνια ασχολούμαστε με το βιβλίο ονειρευτήκαμε κάποια στιγμή να εκδώσουμε. Και ταυτόχρονα πραγματοποίησε μια ένεση αισιοδοξίας στο καταβαραθρωμένο ηθικό μας αποδεικνύοντας ότι είναι δυνατόν να αποκτήσουμε έναν θεσμό υψηλών προδιαγραφών ακόμα κι αν τον υποβάλλουμε στον έλεγχο αυστηρών κριτηρίων. Αυτό τουλάχιστον υποδηλώνουν τα τρία πρώτα τεύχη της μηνιαίας έκδοσης του εντύπου. Δεν με εντυπωσίασε τόσο η επιτυχημένη αντιγραφή της σελιδοποίησης του εμβληματικού New York Review of Books – η τυπογραφική ευκρίνεια της εκτενούς σημειωματογραφίας και η ισορροπία ανάμεσα στο γραπτό και την εικονογράφησή του. Διότι είχαμε το αμερικάνικο πρωτότυπο πάντοτε μπροστά στα μάτια μας. Με εντυπωσίασε η συνέπεια με την οποία το αθηναϊκό έντυπο κατόρθωσε να εφαρμόσει τις βασικές προγραμματικές του αρχές οι οποίες, μέσα στους υφάλους των ελληνικών συμφραζομένων, δεν είναι εύκολα πραγματοποιήσιμες. Κατόρθωσε δηλαδή τι; Να δημοσιεύει κείμενα προσανατολισμένα στον χώρο των ιδεών, εύληπτα, διαυγή και καλογραμμένα, από κατά τεκμήριο ειδικούς. Κείμενα ανθρώπων οι οποίοι αφενός γνωρίζουν το εκάστοτε αντικείμενο και αφετέρου ξέρουν πώς να το παρουσιάσουν ικανοποιώντας τόσο τον καλό γνώστη του θέματος όσο και τον μέσο αναγνώστη. Και η ανάγνωση τέτοιων κειμένων να γίνεται (σε αρκετές περιπτώσεις) τόσο συναρπαστική ώστε να ανατρέπει την αρχή που έχει επικρατήσει ως δημοσιογραφικός χρυσός κανόνας: Οτι για να διαβάζεται ένα άρθρο πρέπει να έχει πολύ αυστηρό περιορισμό στις λέξεις. Ακολουθώντας την αγγλοσαξονική παράδοση της εκφραστικής σαφήνειας και προσφέροντας έγκυρη ολοκληρωμένη πληροφορία, τα μακροσκελέστατα κείμενα του καινούργιου περιοδικού διαβάζονται σαν νεράκι. Η άλλη προϋπόθεση αναγνωσιμότητας είναι βέβαια η επιλογή θεμάτων.

Το «Athens Review of Books» είναι ένα περιοδικό ποικίλης ύλης. Δεν έχει ως στόχο του, όπως προγραμματικά δηλώνουν οι δημιουργοί του, το να παρακολουθεί την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή αλλά με την ευκαιρία σύγχρονων και παλαιότερων βιβλίων να φέρνει στο προσκήνιο κρίσιμα ζητήματα. «Διότι ακόμα και στην εποχή του Ιντερνετ, υποστηρίζουν οι δημοσιογράφοι διευθυντές του Μανώλης Βασιλάκης και Ηλίας Κανέλλης, τα βιβλία εξακολουθούν να παραμένουν οι πιο άρτιες πηγές τεκμηριωμένης γνώσης». Τι πιο ενδιαφέρον λοιπόν από κείμενα έγκυρων πολιτικών επιστημόνων, δημοσιογράφων, μεταφραστών, νομικών, διεθνολόγων, οικονομολόγων, καθηγητών φιλοσοφίας, βιολόγων, ιστορικών, κριτικών, νεοελληνιστών, πεζογράφων και ποιητών για τον Δαρβίνο και την εξελικτική βιολογία, για τον Κάρατζιτς και τους εγκληματίες πολέμου, για τον ελληνικό Εμφύλιο και την ιστορική βιβλιογραφία, για τις δυσκολίες πρόσβασης στα επίσημα ελληνικά αρχεία, για τους εθνικούς μύθους Ελλάδας και Τουρκίας, για την «εξέγερση του Δεκέμβρη», για τις εσωτερικές αμφισβητήσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, για τον σταλινισμό του Πούτιν, για τον αντι-Διαφωτισμό, για τον Παναθηναϊκό, για τον Μάικλ Τζάκσον, τον Βέρνερ Χέρτσοκ, τον Φίλιπ Ροθ, τον Λόρενς Ντάρελ, για την κοινωνική κατασκευή του φύλου. Με κάθε τρόπο λοιπόν, το περιοδικό που προγραμματικά επίσης αναφέρει πως αυτοχρηματοδοτείται, δηλώνει την πίστη του στις αρχές του δυτικού ορθολογισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της πολυφωνίας και της πολιτισμικής πανσπερμίας. Μάχεται τον εθνικισμό, απορρίπτει τον λαϊκισμό, αντιτίθεται στον ιδεολογικό, τον πολιτικό και τον θρησκευτικό φανατισμό ανοίγοντας τις σελίδες του σε Ελληνες και ξένους διανοούμενους που έχουν ήδη μεταξύ τους εκπεφρασμένες διαφωνίες. Δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία στην ερευνητική τεκμηρίωση (αρχειακή, βιβλιογραφική, στατιστική), στην αρχή των πολλαπλών θεωρητικών προσεγγίσεων, στην ανάπτυξη επιχειρημάτων.

Μερικά χρόνια νωρίτερα θα μου προξενούσε δυσάρεστη έκπληξη η αγγλόφωνη ονομασία του περιοδικού – από ένα αίσθημα υποχρέωσης να υπερασπιστούμε τη δική μας μικρή γλώσσα μέσα στην οποία ζούμε, απέναντι στην επεκτατική εισβολή μιας μεγάλης. Σήμερα τα δεδομένα έχουν πλήρως ανατραπεί. Σκέφτομαι πως «σιγά, μην στάξει η ουρά του ποντικού» και πως «ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται». Ας λέγεται τελικά όπως νομίζει ένα περιοδικό του οποίου τα κείμενα υπηρετούν με τόση συνέπεια, μεθοδικότητα και συστηματικότητα την καλλιέργεια της μικρής γλώσσας με την οποία επικοινωνούμε, και που υπερασπίζεται όλες εκείνες τις αξίες που αποτελούν ταυτόχρονα οδηγό και νόημα της ζωής μας.