ΑΠΟΨΕΙΣ

Φύλακας της αιώνιας εφηβείας μας

Και ξαφνικά η είδηση του θανάτου του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, στα 91, από φυσικά αίτια στο σπίτι του στο Νιου Χαμσάιρ, προκάλεσε ένα ορμητικό κύμα συγκίνησης για εκείνα τα ξεχασμένα άγουρα χρόνια, όχι του Χόλντεν Κώλφηλντ, του ήρωα του Σάλιντζερ στο εφηβικό μυθιστόρημα «Ο φύλακας στη σίκαλη», που δεν μπορούσε να χωνέψει την ενήλικη σοφία πως «η ζωή είναι παιχνίδι, και το παίζουμε σύμφωνα με τους κανόνες», αλλά τα δικά μας άγουρα χρόνια, τον δικό μας μακρινό ηλεκτρισμένο προθάλαμο της ζωής, τον γεμάτο με ανολοκλήρωτες διαδρομές, αντικρουόμενα συναισθήματα, οδυνηρές ενοχές, ανεξίτηλα απωθημένα, συγκινητικές ασημαντότητες, τον γεμάτο με άγνοια αλλά και την ανησυχία, τον φόβο ότι ποιος ξέρει πότε, πάντως σίγουρα κάποτε, θα μας ρουφήξει οριστικά η κανονικότητα της ζωής.

Πρωτοεκδόθηκε στα Ελληνικά από τον «Επίκουρο» το 1978 σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη και το απέριττο ασημί του εξώφυλλο με τα μικρά ασπρόμαυρα γράμματα (μόνο τίτλος, συγγραφέας, εκδότης) έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.

«Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: Οι αναμνήσεις σας», κατευθύνει εύστοχα τα σχόλια των επισκεπτών το BBC στην ιστοσελίδα του. Ακόμη κι αν δεν θυμάσαι πολλά από την πλοκή, ανακαλείς τη συγκινητικά αθώα, εντυπωσιακά απλή, άμεση, δροσερή, «μάγκικη» πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Χόλντεν, η οποία λειτουργούσε ως μια χοάνη όπου αναπλαθόταν η δική σου εφηβική ζωή.

Μια ζωή όχι σαν παιχνίδι με κανόνες για τον παρία, πνευματικά, έφηβο. «Παιχνίδι είναι ο κώλος μου! Ακου παιχνίδι! Αμα βρεθείς από τη μεριά που είναι όλοι οι εξυπνάκηδες, τότε εντάξει, είναι παιχνίδι – το παραδέχομαι. Αμα είσαι όμως από την άλλη μεριά, που δεν υπάρχει ούτε μισός, τότε τι σόι παιχνίδι λέγεται αυτό;». Και άφηνες να ξεχυθεί σαν χείμαρρος, ανεμπόδιστα, το κουβάρι των δικών σου συγκεχυμένων ημερών. Οταν απορούσες συχνά, αμφισβητούσες πολλά, έθετες ερωτήματα και δεν έπαιρνες απαντήσεις, διέκρινες με πόνο την υποκρισία στις ανθρώπινες σχέσεις («… όπου και να γύριζα, έπεφτα πάνω σε κάλπηδες. Αυτό είναι όλο. Μόνο τη βιτρίνα κοιτάγανε»), τις κοινωνικές συμβάσεις, τα ανθρώπινα ελαττώματα κι επιχειρούσες μια απελευθερωτική δρασκελιά έξω από την κουραστική καθημερινότητα των μεγάλων. «… κάθε φορά που πέρναγες απέναντι ένα δρόμο ένιωθες σαν να εξαφανίζεσαι».

Εφηβεία. Κριτική της οικογένειας και της σεξουαλικής ηθικής, κριτική του σχολείου, των πεποιθήσεων, των αξιών. Διαψεύσεις, πικρία, πίδακες αγάπης, δι’ ασήμαντον αφορμήν ξεσπάσματα οργής («Αυτό με κάνει θηρίο. Οταν οι άλλοι σου λένε κάτι δυο φορές, αφού το ‘χεις παραδεχτεί με τη πρώτη…»), αλλά και πληθωρική τρυφερότητα, άδολη ανοχή. Η έναρξη της ανθρώπινης περιπέτειας, με τα πάθη, τα λάθη, τις τρέλες, τις εκλάμψεις της.

Μια είδηση θανάτου, ένα όνομα -Σάλιντζερ-, ένα έργο, μια ανολοκλήρωτη ιστορία, του Χόλντεν, διέκοψε τη ροή της καθημερινότητας και παρενέβαλε πρόσωπα, εικόνες, σχέσεις θαρρείς μιας άλλης, ξένης ζωής. Κι όμως, παρ’ ότι ο χρόνος έσβησε τις συνέχειες, συντήρησε μόνο τις «σφραγίδες», τις εκπλήξεις, τις ανατριχίλες, δαγκώνει ακόμη την ψυχή. «Είναι περίεργο. Δεν πρέπει να διηγιέσαι ποτέ τίποτα, σε κανέναν», γράφει στις τελευταίες αράδες του μυθιστορήματος ο Σάλιντζερ (εν έτει 1951). «Ετσι και το κάνεις, τότε όλοι αρχίζουν να σου λείπουνε»…

Το επιχείρησε λίγες ακόμη φορές κι έπειτα (1965) σιώπησε για πάντα.