ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ευρώπη και η ελληνική εξωτερική πολιτική

Είμαστε ακόμη μακριά από τη θέσπιση των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Παρά τα εκάστοτε σκαμπανεβάσματα, παρατηρούμε μια αργή αλλά αυξητική πορεία ενοποίησης του πρωτόγνωρου αυτού θεσμικού πειράματος. Η μεγάλη οικονομική κρίση που μαστίζει ακόμη την Ευρωζώνη, με καταλύτη δυστυχώς την Ελλάδα, παραδόξως οδηγεί σε πρόσθετα βήματα ενοποίησης. Τρανό τέτοιο παράδειγμα είναι ο ad hoc μηχανισμός διάσωσης της χώρας μας που εξελίσσεται σε ένα πρόπλασμα ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης. Μένει να διαπιστωθεί αν θα ακολουθήσουν και άλλα παράλληλα βήματα πολιτικής ενοποίησης.

Παραμονεύουν, δυστυχώς, σοβαροί κίνδυνοι στον δρόμο της ευρωπαϊκής ενοποίησης: η Ευρώπη πρέπει να αποφύγει την επιστροφή στο ταραγμένο της παρελθόν – στα χρόνια των αυτοκρατορικών φαντασιώσεων, της αποικιοκρατίας και της προβολής σκληρής (στρατιωτικής) ισχύος. Ως Ευρωπαίοι, πρέπει να γυρίσουμε την πλάτη μας στους τρεις ολέθριους «ισμούς» -εθνικισμό, κομμουνισμό και φασισμό- που προκάλεσαν τις τρομερές σφαγές και καταστροφές του πρώτου ημίσεος του 20ού αιώνα. Μετά το 1945 ακολούθησαν άλλα σαράντα πέντε χρόνια Ψυχρού Πολέμου που καθήλωσαν τη Γηραιά Ηπειρο σε κατάσταση ένοπλης ειρήνης, κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη μιας εύθραυστης ισορροπίας του τρόμου που απειλούσε την οικουμένη με ένα βιβλικό πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Η σημερινή Ευρώπη δεν έχει ανάγκη να υποκύψει στον πειρασμό της επαναστρατιωτικοποίησής της. Αντιθέτως, πρέπει να επιλέξει τη χρήση της ήπιας (κυρίως οικονομικής) ισχύος ως μέσου επηρεασμού της συμπεριφοράς των κρατών στην περιφέρειά της και στον υπόλοιπο πλανήτη. Πρόσφατο παράδειγμα προς αποφυγή, μας έχει δώσει η μακρόχρονη εμπλοκή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Πακιστάν και, ο μη γένοιτο, στο Ιράν. Ξεκάθαρα, η μελλοντική στελέχωση και διάταξη της ευρωπαϊκής άμυνας πρέπει να παραμείνει συμπληρωματική (όχι ανταγωνιστική) της ατλαντικής υπερδύναμης. Ο ρόλος του παγκόσμιου χωροφύλακα απλά δεν μας ταιριάζει και δεν μας συμφέρει. Παράλληλα, ως Ευρωπαίοι, πρέπει να σταθμίσουμε τους κινδύνους της λεγόμενης διεύρυνσης. Είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι χωρίς τη θέσπιση διαδικασιών και υπηρεσιών ευρωπαϊκής εμβάθυνσης, η περαιτέρω διεύρυνση μάλλον εξελίσσεται σε εμπόδιο στην πορεία της ενοποίησης.

Στο σημείο αυτό αναδύονται σοβαρά διλήμματα για την εξωτερική πολιτική της χώρας μας, η οποία για χρόνια υποστηρίζει (με αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις) την ένταξη των δυτικών Βαλκανίων και της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Και τίθεται εδώ το ερώτημα αν υπάρχει μια δομική αναντιστοιχία ανάμεσα στα επιμέρους ελληνικά συμφέροντα και τα ευρύτερα ευρωπαϊκά. Οι Ελληνες ευρωσκεπτικιστές, που συνωστίζονται στα αριστερά και τα δεξιά άκρα του πολιτικού μας φάσματος, συστηματικά προβάλλουν το περί αναντιστοιχίας επιχείρημα, ιδίως σε μια περίοδο πολιτικο-οικονομικής επιτήρησης από την τρόικα. Η απλή απάντηση στους ευρωσκεπτικιστές είναι «ευτυχώς μπήκαμε και μείναμε στην Ενωμένη Ευρώπη, που παραμένει μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μια ζώνη συνεργασίας και ειρήνης».

Αξίζει, όμως, να κλείσουμε το σημερινό σχόλιο με το σοβαρό θέμα της αναντιστοιχίας ανάμεσα στην ευρωπαϊκή διευρυνσιακή κόπωση και τις πολιτικές μας στήριξης των ενταξιακών αιτημάτων των δυτικών Βαλκανίων και της Τουρκίας. Στην περίπτωση των δυτικών Βαλκανίων το πρόβλημα είναι σχετικά βατό. Ο συνολικός πληθυσμός των οντοτήτων της περιοχής είναι μικρός και απορροφήσιμος. Και γεωγραφικά, με την ένταξή τους, κλείνουν μια αφύσικη τρύπα στο νοτιοανατολικό σκέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η κοινοτική ενσωμάτωση της ταλαιπωρημένης περιοχής των δυτικών Βαλκανίων προϋποθέτει τη λύση μιας αλυσίδας προβλημάτων που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν το ευρωπαϊκό σύνολο. Στην κορυφή της ατζέντας είναι η δυσλειτουργική κατάσταση στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, το ρευστό καθεστώς στο Κόσοβο και το αγκάθι της ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Μεγάλος πονοκέφαλος για μας, και για την υπόλοιπη Ευρώπη, παραμένει το τουρκικό ζήτημα. Η Τουρκία δεν είναι βεβαίως ο «ασθενής της Ευρώπης», όπως την αποκαλούσαν στα χρόνια της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε πρόσφατο βιβλίο του, ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης (Trials of Europeanization: Turkish Political Culture and the European Union, Palgrave-Macmillan, 2009 -σύντομα παραδίδεται σε ελληνική μετάφραση από τις Εκδόσεις Σιδέρη) – εύστοχα αναδεικνύει πολλούς από τους αστάθμητους παράγοντες που δυσχεραίνουν τις προβλέψεις για τον ευρωπαϊκό δρόμο της γείτονος. Για να εκτιμήσουμε τις πιθανότητες (και τις επιπτώσεις) της τουρκικής ένταξης στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα πρέπει να απαντήσουμε σε μερικά καίρια ερωτήματα: είναι το Ισλάμ και η δημοκρατία συμβατές καταστάσεις; Αλλάζει μορφή η Τουρκία επιφανειακά, μόνο για να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση; Οι μεταρρυθμίσεις του Ταγίπ Ερντογάν ανοίγουν τον δρόμο για μια γνήσια κοινωνία των πολιτών, σε μια χώρα της οποίας η πολιτική κουλτούρα χαρακτηρίζεται από την υποταγή στο κράτος; Ποια θα είναι η έκβαση της μεγάλης σύγκρουσης ανάμεσα στην εκλεγμένη, ισλαμογενή κυβέρνηση και το λεγόμενο βαθύ κράτος που εκφράζει τις κοσμικές (αλλά αυταρχικές) παραδοχές του κεμαλισμού; Τέλος, πώς προσδιορίζεται ένας Τούρκος σήμερα… με εθνοτικά, θρησκευτικά ή συμμετοχικά (στην πολιτεία) κριτήρια;

Μέχρι να βγει η απόφαση των ενόρκων της Ιστορίας, το καλύτερο για μας είναι να ελπίζουμε για μια ευρωπαϊκή Τουρκία – χωρίς όμως να εφησυχάζουμε.

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.