ΑΠΟΨΕΙΣ

Το «τέλος καλό όλα καλά» δεν ισχύει…

Ο τίτλος του σαιξπηρικού έργου «Τέλος καλό, όλα καλά» δεν ισχύει ως προς την έκβαση της καταλήψεως της Νομικής, για έξι ολόκληρες μέρες από περίπου τριακόσιους λαθρομετανάστες. Αλλωστε και οι περισσότεροι θεατρολόγοι συμφωνούν ότι το έργο αυτό κακώς έχει χαρακτηρισθεί κωμωδία, αφού ο συγγραφέας «παρουσιάζει μια πικρή και απαισιόδοξη εικόνα της ζωής». Μια τέτοια εικόνα του δημόσιου βίου σκιαγραφεί και το τέλος της καταλήψεως. Πικρή, σχετικά με τους χειρισμούς όλων όσοι χειρίσθηκαν το πρόβλημα και απαισιόδοξη, διότι οι ίδιοι δείχνουν πως τίποτε δεν διδάχθηκαν από την οδυνηρή υπόθεση, επαιρόμενοι μάλιστα για το «αποτέλεσμα». Στην ουσία, το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε να διαπραγματευθεί, όχι μόνον με τους παράνομους καταληψίες και τις ημινόμιμες οργανώσεις τους, όπως θα συνέβαινε εξαναγκαστικά π.χ. σε μια αεροπειρατεία, με αθώους ομήρους. Αλλά -και κυρίως- με τους ποικιλώνυμους «αλληλέγγυους»· δηλαδή εξωθεσμικούς παράγοντες της ακροαριστεράς, όπως και με αναρχικά στοιχεία. Δηλαδή, με εκείνους που σχεδίασαν την επιχείρηση, θέτοντας (με δημόσιες δηλώσεις τους) το δίλημμα ή άμεση νομιμοποίηση των τριακοσίων λαθρομεταναστών ή αιματηρή σύγκρουση και γαία πυρί μιχθήτω. Ετσι, η συμβιβαστική «λύση» που δόθηκε, δυστυχώς μπορεί να θεωρηθεί «κατάκτηση και προηγούμενο» από τα στοιχεία αυτά.

Η ευθύνη της κυβέρνησης εντοπίζεται κυρίως στην ανικανότητά της να προλάβει τα γεγονότα. Ο σχεδιασμός του εγχειρήματος ήταν γνωστός από τις 16 Ιανουαρίου. Και φυσικά δεν μπορεί να επικαλεσθεί αιφνιδιασμό, με την ομαδική μετακίνηση των λαθρομεταναστών από το Ηράκλειο της Κρήτης στον Πειραιά και από εκεί, με την εν πορεία (μαζί με τους «αλληλέγγυους») κατάληψη της Νομικής. Δηλαδή, μια σειρά οργάνων της Πολιτείας, από το Λιμενικό, την Αστυνομία, έως τους αρμόδιους υπουργούς, είναι υπόλογα για τη δημιουργία του προβλήματος και τον αυτοεγκλωβισμό του κράτους στο «δεινό δίλημμα» ή αποδοχή των αιτημάτων των λαθρομεταναστών ή αιματηρή σύγκρουση. Ταυτόσημη, αν όχι και βαρύτερη, είναι η ευθύνη των πανεπιστημιακών αρχών. Επί πέντε χρόνια αρνούνται ή -σωστότερα- δειλιάζουν να εφαρμόσουν τον νόμο Γιαννάκου για τα ΑΕΙ και το πανεπιστημιακό άσυλο, ο οποίος ψηφίσθηκε σχεδόν απ’ όλα τα κόμματα. Οχι μόνον δεν έχουν οριοθετήσει μέχρι σήμερα τους χώρους του ασύλου, αλλά ανέχονται στα πανεπιστήμια, που «αυτοδιοικούν», και τη διαιώνιση υφισταμένων καταλήψεων, από αναρχοαυτόνομους, τους οποίους έχουν καταστήσει ομότιμους συνομιλητές τους. Στη συγκεκριμένη, λοιπόν, περίπτωση, όπως επισήμανε προχθές ο τέως πρύτανης και υπουργός Δικαιοσύνης επί κυβερνήσεως Σημίτη κ. Μιχ. Σταθόπουλος, οι αρχές του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι υπόλογες για παράβαση καθήκοντος αλλά και για ποινικές ευθύνες.

Το μόνο ευοίωνο στοιχείο που προκύπτει από την περιπέτεια αυτή είναι η ομόθυμη και οργισμένη καταδίκη του εγχειρήματος από την κοινή γνώμη. Αυτή πίεσε όλα τα κόμματα της Αριστεράς, κυρίως δε τον ΣΥΡΙΖΑ και τις «συνιστώσες» του, να άρουν κάθε πολιτική κάλυψη των σχεδιαστών και των στόχων της κατάληψης. Αυτή υποχρέωσε την κυβέρνηση να αναστείλει τους δισταγμούς και τις φοβίες της, για το «πολιτικό κόστος», που συνεπάγεται… η αποκατάσταση της νομιμότητος. Αυτή εξανάγκασε τις ψοφοδεείς πρυτανικές αρχές να αναλάβουν, έστω και καθυστερημένα, τις ευθύνες τους. Αυτή, τέλος, αποτελεί και τη μόνη ελπίδα ότι τα «συντελεσθέντα» δεν θα αποτελέσουν προηγούμενο, προς μίμηση και επανάληψη…