ΑΠΟΨΕΙΣ

Διακρινοντας

Παλάτια, θέατρα και μουσεία κόσμησαν τους μεγαλοπρεπείς δρόμους και τα βουλεβάρτα. Οι χοροεσπερίδες, τα πικνίκ και οι παρελάσεις ανήκαν στην ημερήσια διάταξη του προγράμματός τους. Στο απόγειο της δόξας τους φιλοξένησαν αυτοκράτορες, βασιλιάδες και σουλτάνους, ενώ φημίζονταν για τα ελεύθερα ερωτικά ήθη των κατοίκων τους με τον ασυγκράτητο πόθο να γευθούν με όλες τις αισθήσεις τη ζωή. Ηταν οι πατρίδες του Καβάφη, του Αριστοτέλη Ωνάση, και του Μωχάμετ Αλη. Πόλεις που δεν κοιμούνταν ποτέ παρασύροντας τους θαμπωμένους επισκέπτες τους σε έναν στρόβιλο αδιάκοπων εορτασμών. Ακαταμάχητος πόλος έλξης για ανθρώπους με ταλέντο αλλά και τυχοδιώκτες – αρχιτέκτονες, σπουδαίους σεφ, ποιητές και κατασκόπους. Παρά τη διαρκή κοινωνική και πνευματική άνθησή τους, την πρωτοκαθεδρία ωστόσο κατείχε το εμπόριο, οι οικονομικές δοσοληψίες που αποτελούσαν καθημερινό τμήμα της ζωής στα καφενεία, στις κάμαρες των πορνείων και στα επίσημα λογιστικά γραφεία. Ετσι περιγράφει ο συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και κριτικογράφος του TLS Βarnaby Rogerson τα τρία κοσμοπολίτικα κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου Αλεξάνδρεια, Βηρυτό και Σμύρνη – καινούργιο θέμα στο βιβλίο «Levant. Splendour and catastrophe on the Medaterranean» (Yale University Press, σελ. 470) του καθιερωμένου Βρετανού ιστορικού συγγραφέα Philip Mansel. Ο Μάνσελ έχει αφιερώσει το ερευνητικό του έργο στην επαναστατική και προεπαναστατική Γαλλία, καθώς και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο του «Κωνσταντινούπολη: Η περιπόθητη πόλη 1453-1924» (εκδ. Οδυσσέας).

Η ιστορία των τριών μεσογειακών κέντρων αρχίζει από τον 18ο αιώνα, καλύπτοντας τόσο τις μέρες της ισχύος, του πλούτου και της χλιδής τους, όσο και τις μέρες της έκπτωσής τους στον 20ό αιώνα σε περιθωριακά επαρχιακά κέντρα. Ανατρέχοντας σε επίσημα τεκμήρια και ιδιωτικά αρχεία, ο συγγραφέας πραγματοποιεί, σύμφωνα με τον κριτικογράφο, μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στα τρία κοσμοπολίτικα κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου και στα τρία μητροπολιτικά λιμάνια που επίσης γιγαντώθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα: το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και τη Σανγκάη. Σε αντίθεση λοιπόν προς τις τρεις μεγάλες πόλεις της Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Κίνας, η Αλεξάνδρεια, η Βηρυτός και η Σμύρνη δεν υπήρξαν χωνευτήρι φυλών. Περισσότερο συνιστούσαν ένα πλέγμα αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων (Ελλήνων, Εβραίων, Αρμενίων, Τούρκων, Φράγκων και Αιγυπτίων) με χωριστά σχολεία, διαφορετικές εφημερίδες και χωριστούς χώρους θρησκευτικής λατρείας, νοσοκομείων, νεκροταφείων, λεσχών και βιβλιοθηκών. Κοινός παρονομαστής τους το εμπόριο, η φήμη και η επιδίωξη της απόλαυσης που ένωνε τους κατοίκους. Με δεδομένο ότι τα όρια των κοινοτήτων ήταν τόσο ευδιάκριτα, υπήρχε ένα αξιοσημείωτο πνεύμα ανοχής στους κόλπους της πόλης. Κανένας δεν αισθανόταν ότι απειλείτο από τις άλλες κουλτούρες αλλά όλοι αισθάνονταν γείτονες που διασκεδάζουν απολαμβάνοντας ο ένας τις γεύσεις από το πιάτο του αλλουνού. Σύμφωνα με τον Barnaby Rogerson, ο κάτοικος της λεβαντίνικης πόλης πρωτίστως λογοδοτούσε στην οικογένειά του και κατόπιν στην εθνική του κοινότητα, πριν αρχίσει να αναπτύσσει δεσμούς μέσω των προσωπικών του σχέσεων με άλλες εμπορικές πόλεις και με την αυλή της ηγεμονεύουσας δυναστείας. Ο εθνικισμός υπήρξε εντυπωσιακά απών κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα όπως και κάθε αίσθηση σχέσης με τους αυτόχθονες. Και ένα από τα σπουδαία κίνητρα που έδωσε ώθηση στον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα των λεβαντίνικων πόλεων ήταν ότι οι τραπεζικές ενασχολήσεις απαγορεύονταν στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, ρόλο που αναλάμβαναν οι μη μουσουλμανικές μειονότητες των Εβραίων, των Αρμενίων και των Ελλήνων.

Πού οφείλεται κατά τον Μάνσελ, η παρακμή των ανθηρών αυτών κέντρων – της Αλεξάνδρειας, βασίλισσας του βάμβακος, της Σμύρνης με το εμπόριο της σταφίδας και των ξερών σύκων, και της Βηρυτού, διαμετακομιστικού κέντρου εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών; Η κρίσιμη προστασία που πρόσφεραν τα ξένα προξενεία και οι ναυτικές τους μοίρες στους λεβαντίνους εμπόρους λειτούργησαν ορισμένες φορές καταστροφικά – όπως ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας απο το βρετανικό βασιλικό ναυτικό. Σε συνδυασμό βέβαια με τον ανερχόμενο εθνικισμό του 20ού αιώνα. Η καταστροφή της Σμύρνης το ’22, η απομάκρυνση των Εβραίων από την Αλεξάνδρεια μετά τον πόλεμο του Σουέζ και ο αιματηρός εμφύλιος της Βηρυτού κατέστρεψαν την πολυπολιτισμική λεβαντίνικη εμπορική παράδοση πάρα πολλών δεκαετιών.