ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος και η πολιτική επιστήμη

Τη βραδιά της συζήτησης περί ψήφου εμπιστοσύνης της ανασχηματισμένης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ο Θεόδωρος Πάγκαλος με μια αιχμηρή δήλωση/διαπίστωση τάραξε τα κοινοβουλευτικά δρώμενα. Αναφερόμενος στην κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, που είχε προκύψει από τις εκλογές του Οκτωβρίου 1981, ο παρεμβατικός αντιπρόεδρος της κυβέρνησης είπε τα εξής: «Ηταν η πρώτη δημοκρατική κυβέρνηση από συστάσεως του ελληνικού κράτους χωρίς υποθήκες στρατοκρατικής παρέμβασης, ξένο παράγοντα και παλάτι, η πρώτη ανεμπόδιστη και αναμφισβήτητη εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας με 48% του ελληνικού λαού». Η αντίδραση των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας ήταν ακαριαία. Απεχώρησαν από την αίθουσα του Κοινοβουλίου, δηλώνοντας ότι θα επιστρέψουν μόνο όταν ανακαλέσει ο αντιπρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Επέστρεψαν δεκαπέντε λεπτά αργότερα, προφανώς ύστερα από άτυπη συνεννόηση, οπότε ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου έκανε την ακόλουθη διορθωτική δήλωση: «Πράγματι αναγνωρίζω κι αναγνωρίζει η παράταξή μας ότι το ’74 εδραιώθηκε η δημοκρατία στη χώρα μας». Από τη σκοπιά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Αντώνης Σαμαράς τοποθετήθηκε ως εξής: «Σήμερα έπεσε το προσωπείο της συναίνεσης. Ο κ. Πάγκαλος μάς πήγε τριάντα χρόνια πίσω. Μαύρη ημέρα για το ΠΑΣΟΚ. Τόλμησε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης να πει ότι η δημοκρατία στην Ελλάδα γεννήθηκε το 1981. Αν είναι δυνατόν».

Εξετάζοντας το παραπάνω περιστατικό, πολιτικοί επιστήμονες (με αντικείμενο την παρακολούθηση της συμπεριφοράς των μαχόμενων πολιτικών) θα διαπίστωσαν και πάλι τη διαφορά ανάμεσα στον πολιτικό και τον επιστημονικό λόγο: οι πολιτικοί μιλούν με σιγουριά και απολυτότητα, και τείνουν προς την απλούστευση και γενίκευση των μηνυμάτων τους. Χρησιμοποιούν πολωτικούς όρους, όπως καλό/κακό, δίκαιο/άδικο, σωστό/λανθασμένο και πάει λέγοντας. Οι πολιτικοί επιστήμονες, αντιθέτως, αποφεύγουν το σκέτο μαύρο ή το σκέτο άσπρο στα συμπεράσματά τους και καταλήγουν στο σύνθετο, το πολύπλοκο και το γκρίζο. Με δεδομένη τη σωρεία των παραγόντων που επηρεάζουν τις εξελίξεις τής κάθε χώρας, διατηρούν επιφυλάξεις για την επικαιρότητα και αφήνουν τις ολοκληρωμένες αξιολογήσεις των εκάστοτε ηγετικών προσωπικοτήτων στους ιστορικούς της επόμενης και της μεθεπόμενης γενιάς.

Από τη σκοπιά ενός απλού παρατηρητή, οι περί δημοκρατίας δηλώσεις Πάγκαλου, Παπανδρέου και Σαμαρά μπορούν να θεωρηθούν απλουστευτικές. Για παράδειγμα, η Ελλάδα μετά την 3η Σεπτεμβρίου 1843 (και ιδίως μετά την ενθρόνιση του Γεωργίου Α΄ το 1863) ήταν μια εδραιωμένη δημοκρατία σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά κριτήρια εκείνης της εποχής. Τα πράγματα δυστυχώς άλλαξαν ριζικά στα χρόνια 1909-1974: ζήσαμε τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, την παράλληλη εμφύλια σύγκρουση βενιζελικών και βασιλικών, και την καταστροφική Μικρασιατική Εκστρατεία που κατέληξε στον ξεριζωμό ενάμισι εκατομμυρίου Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες. Μετά την καταστροφή, ο τόπος υπέστη τις πολλαπλές επεμβάσεις του στρατού στην πολιτική (υπέρ ή κατά της μοναρχίας), τις δικτατορίες Θεόδωρου Πάγκαλου και Ιωάννη Μεταξά, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την εξοντωτική κατοχή από τις δυνάμεις του Αξονα. Και μετά την απελευθέρωση το 1944, τη θέση της ανασυγκρότησης πήρε ένας δεύτερος διχασμός ανάμεσα στους κομμουνιστές (στο άρμα της Σοβιετικής Ενωσης) και τους εθνικιστές (στο άρμα των ΗΠΑ). Ο αιματηρός εμφύλιος (1946-49) τραυμάτισε τη χώρα μας υλικά και ψυχικά. Κόστισε τη ζωή 155 χιλιάδων Ελλήνων, τη φυγή των ηττημένων σε χώρες του σοβιετικού μπλοκ, και την απαγόρευση της λειτουργίας των κομμουνιστικών κομμάτων από τα χρόνια του Εμφυλίου μέχρι το 1974. Παρά την εντυπωσιακή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά το 1952, μια ακόμη αντιπαράθεση (1965) ανάμεσα στον πρώην βασιλιά Κωνσταντίνο και τον εκλεγμένο πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου άνοιξε τον δρόμο στην επτάχρονη σκοταδιστική δικτατορία, η οποία κατέληξε πάνω στα ερείπια της Κύπρου.

Τα τελευταία τριάντα επτά χρόνια (1974-2011) προχωρήσαμε σταθερά στη μετάβαση και την εδραίωση των δημοκρατικών μας θεσμών. Εδώ, χωρίς αμφιβολία, ο μεγάλος αρχιτέκτονας ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Οι χειρισμοί του το 1974-75 θεωρούνται σήμερα παράδειγμα προς μίμηση για άλλες χώρες που ξεφεύγουν από δικτατορίες και θέλουν να κτίσουν βιώσιμες δημοκρατίες: ο Μακεδόνας ηγέτης προχώρησε άμεσα στη νομιμοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων, την προκήρυξη εκλογών τον Νοέμβριο του 1974, και το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, το οποίο διευθέτησε οριστικά το θέμα του πολιτεύματος με την επιλογή από το 70% των Ελλήνων υπέρ της Προεδρευόμενης Δημοκρατίας. Αυτή η επιλογή του ελληνικού λαού, μαζί με τη νομιμοποίηση των κομμουνιστών, οδήγησε στη γεφύρωση των δύο μεγάλων διχασμών του 20ού αιώνα! Επιπροσθέτως, οι δίκες των πρωταιτίων της δικτατορίας και των βασανιστών, το 1975, πέρασαν στην ελληνική κοινωνία το ξεκάθαρο μήνυμα ότι μελλοντικοί «εθνοσωτήρες» θα αντιμετώπιζαν ποινές ισόβιας κάθειρξης. Ανεκτίμητη, τέλος, ήταν η προσφορά του Καραμανλή με την επιμονή του να εντάξει τη χώρα στη λέσχη των εδραιωμένων δημοκρατιών της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Η παραπάνω αφήγηση δικαιώνει εν μέρει τις δηλώσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαμαρά. Αλλά και η αμφιλεγόμενη τοποθέτηση Πάγκαλου δεν είναι εντελώς απορριπτέα. Διότι το 1981, μετά την ανάληψη της εξουσίας από ένα φραστικά ριζοσπαστικό ΠΑΣΟΚ, η Ελλάδα πέρασε με επιτυχία ένα μεγάλο τεστ βιωσιμότητας των δημοκρατικών της θεσμών. Απόδειξη είναι ότι δεν εκδηλώθηκαν ανώμαλες παρεμβάσεις από εγχώριους και ξένους παράγοντες. Και εδώ πάλι η παρουσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας (με ενισχυμένες τότε εξουσίες) έπαιξε σταθεροποιητικό ρόλο. Γι’ αυτό το θέμα, καθώς και τις πρόσφατες δηλώσεις του κ. Πάγκαλου περί των τανκς που φρουρούσαν τις χρεοκοπημένες τράπεζες της Αργεντινής, θα επανέλθω προσεχώς.

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.