ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναγνωσεις

«Υπάρχει ακόμα τρόπος αυτός ο κόσμος να σωθεί;». Ο Κριστόφ Βαρλικόφσκι αναρωτιέται στην παράστασή του «(Α)πολλωνία» που παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Το ερώτημα τον υπερβαίνει. Τόσο, ώστε χρειάστηκε τέσσερις ώρες, μια γερή βουτιά στην αρχαία ελληνική γραμματεία (στον Ευριπίδη και στον Αισχύλο) και πολλές αναφορές στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στους ατέλειωτους θανάτους, στα εκατομμύρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης, όχι για να δώσει απάντηση αλλά για να πολλαπλασιάσει τις αμφιβολίες. Η ρωγμή στην ανθρωπότητα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι βαθιά. Οσο και να επουλώθηκαν οι πληγές και η πρόοδος να κάλυψε τα ερείπια, η μνήμη κάθε τόσο επιστρέφει να ψαύσει το τραύμα. Το φάντασμα του Ολοκαυτώματος, τη φρίκη των αφηγήσεων, τις θυσίες εκείνων που προσπάθησαν να σώσουν ή να ανακουφίσουν τις ζωές όσων κινδύνευαν.

Αναλύει την περίπτωση της Απολλώνια Μαχζύσκα, μιας ηρωικής Πολωνέζας της Αντίστασης που εκτελέστηκε, ούσα έγκυος, από τους Ναζί γιατί έκρυψε 25 Εβραιόπουλα. Οταν ο πατέρας της ρωτήθηκε αν θέλει να πάρει τη θέση της, σώζοντας έτσι την κόρη του, δεν απάντησε. Δυο μήνες μετά πέθανε, εν σιωπή, (δεν ξαναμίλησε ποτέ) από φυσικά αίτια. Κινητήριος μοχλός της παράστασης του Βαρλικόφσκι είναι η έννοια της θυσίας. Ο ηθοποιός απευθύνεται στους θεατές: «ποιος θα δεχόταν να πεθάνει στη θέση ενός άλλου;». Περιμένει για λίγα δευτερόλεπτα, το ερώτημα παγώνει στην ατμόσφαιρα, μοιάζει παράταιρο. Εκτός χρόνου και τόπου.

Αν πορευτούν παράλληλα οι δυο συνισταμένες της παράστασης, η θυσία και η σωτηρία του κόσμου, ο Βαρλικόφσκι, όσο κι αν διαφωνεί κανείς με τον σκηνοθετικό πληθωρισμό του, μας προσφέρει τη δυνατότητα να ξαναδιαβάσουμε την ιστορία μέσα από την απεικόνισή της στη σύγχρονη τέχνη. Ανατρέχουμε στον Ταρκόφσκι: «Η σύγχρονη τέχνη», γράφει στο «Σμιλεύοντας τον χρόνο», «έχει πάρει λανθασμένη τροπή, καθώς εγκαταλείπει την αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης και επικυρώνει την αυταξία του ατόμου. Ο,τι φιλοδοξεί να είναι τέχνη αρχίζει να μοιάζει εκκεντρική ενασχόληση διαβλητών προσώπων που υποστηρίζουν ότι κάθε ατομική δραστηριότητα έχει καθαυτήν αξία, απλώς και μόνο ως επίδειξη πεισματικής επιμονής. (…) Ο καλλιτέχνης είναι πάντοτε υπηρέτης και προσπαθεί μονίμως να ξεπληρώσει το χάρισμα που του δόθηκε. Αλλά ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θέλει να κάνει την παραμικρή θυσία, ακόμα κι αν μόνο με τη θυσία επιβεβαιώνεται. Αυτά τα βασικά πράγματα τα ξεχνούμε, και χάνουμε αναπόφευκτα κάθε αίσθηση του προορισμού μας».

Οι Ευρωπαίοι δημιουργοί αναζητούν, όλο και πιο συχνά, τη «σωτηρία του κόσμου» στις έννοιες της συγχώρεσης, της θυσίας, της αγάπης. Στην αποδοχή του άλλου. Στα απλά, μικρά και καθημερινά που σε καιρούς ειρήνης υποκαθιστούν τις ηρωικές πράξεις. Μας βοηθούν να συμφιλιωθούμε με τον δύστροπο εαυτό, να κατανοήσουμε, να επικοινωνήσουμε, να αφομοιώσουμε την εμπειρία των άλλων. Τίποτα από αυτά δεν έχει πρακτικό όφελος. Γι’ αυτό και η διαρκής υπενθύμιση της αξίας τους μοιάζει να απασχολεί τους καλλιτέχνες. Ετσι, καλλιεργούν την προσδοκία και την ελπίδα.

Παραφράζοντας τον Γκαίτε θα λέγαμε ότι το να «διαβάσεις» μια θεατρική παράσταση είναι εξίσου δύσκολο με το να την σκηνοθετήσεις. Να προσεταιριστείς τις πτυχές εκείνες που θα σε παρασύρουν σε μια ανεπαίσθητη μετατόπιση. Προς τα μέσα αλλά και προς τον άλλον. Να ξαναβρείς -όπως θα ‘λεγε και ο Ταρκόφσκι- έναν προορισμό.

Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο απέμειναν μνήμες και τραύματα. Η ρωγμή που χώρισε την ανθρωπότητα σε θύτες και θύματα παραμένει ανοιχτή. Δεν είναι το μόνο τραύμα ούτε η μοναδική ρωγμή. Ομως τα ρήγματα ενώνονται και μεγεθύνονται όσο προσπερνάμε, από άγνοια ή αμηχανία, τα μόνα υλικά που μπορούν να τα καλύψουν. Για τον Βαρλικόφσκι μπορεί να είναι η θυσία, για τον Καστελούτσι η συγχώρεση, για τη Μνούσκιν η πίστη στην «τρελή ελπίδα». Η τέχνη προτείνει, οι θεατές συνθέτουν. Είναι μια άσκηση διαρκής και επίπονη γιατί τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο. Ούτε στην τέχνη ούτε στη ζωή.