ΑΠΟΨΕΙΣ

Αποτυπωματα

Κάποτε, όταν ακούγαμε για «απαγορευμένα τραγούδια», ο νους μας έτρεχε στα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη στα χρόνια της δικτατορίας ή στα ρεμπέτικα που έκοβε η λογοκρισία του Μεταξά. Να, όμως, που η κόρη ενός αξέχαστου τραγουδοποιού, του Μάνου Λοΐζου, απευθύνεται, με ανοιχτή επιστολή, στον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση και τους απαγορεύει να χρησιμοποιούν το «Καλημέρα ήλιε» και τα άλλα τραγούδια του πατέρα της σε κομματικές εκδηλώσεις.

Η απαγόρευση είναι συμβολική. Η Μυρσίνη δεν γυρεύει πίσω τον ήλιο «της», αφού κανείς δεν μπορεί να της πάρει ό, τι ακούμπησε ο πατέρας της στην αγκαλιά της. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για άρση της σιωπηρής ανοχής προς τον φορέα που κάποτε χρησιμοποίησε τα τραγούδια του Μάνου Λοΐζου. Στην επιστολή της, η κόρη μιλά για το ήθος του πατέρα της, καθώς και για το τι συμβόλιζε το «Καλημέρα ήλιε» πριν από 30 χρόνια, όταν το ΠΑΣΟΚ ήρθε πανηγυρικά στην εξουσία. «Το τραγούδι αυτό», γράφει, «καλημερίζει τον ήλιο, την ελπίδα, την αλληλεγγύη και την προσμονή ενός ολόκληρου λαού για Δημοκρατία και Ελευθερία. Εσείς, όμως, είστε υπεύθυνοι για την πιο βαθιά πνευματική, αξιακή, ηθική και πολιτισμική καταχνιά που θα μπορούσε να έχει ποτέ αυτός ο τόπος».

Αν κανείς ξεφυλλίσει τις αθηναϊκές εφημερίδες του 1981 και σταθεί στις φωτογραφίες της προεκλογικής περιόδου, θα εντυπωσιαστεί από την αγαλλίαση που βασιλεύει στα πρόσωπα των οπαδών του ΠΑΣΟΚ. Μπαλόνια με τον ημικυκλικό ήλιο με τις θηριώδεις ακτίνες, σημαίες με τον ήλιο και τη λέξη «Αλλαγή», πλατιά χαμόγελα, χοροί. Σύντομα όμως ο πράσινος ήλιος ταυτίστηκε με την ξιπασιά, τον νεοπλουτισμό, την αλαζονεία, την «ημετεροσύνη», ενώ εκείνο το εμβληματικό τραγούδι έχει πια γίνει «Καληνύχτα, ήλιε, καληνύχτα».

Η εποχή του πράσινου τελείωσε, όπως τελείωσε και η εποχή του μπλε, η εποχή του δικομματισμού και της διχρωμίας. Ξυπνάμε και αντικρίζουμε γύρω μας το γκρίζο που δεν παραπέμπει στη «φαιά πανούκλα» του ’30, αλλά σε ένα χρώμα αλεσμένο, απροσδιόριστο, σαν και αυτό που προκύπτει αν ζυμώσουμε μαζί πολύχρωμα μασουράκια πλαστελίνης.

Τουλάχιστον ο ήλιος του τραγουδιού κάτι πρόλαβε να εκφράσει. Σήμερα οι αγανακτισμένες πλατείες αναζητούν τα τραγούδια τους, σκαλίζουν τις στάχτες γυρεύοντας σπίθες ζωντανές. Στην πλατεία Συντάγματος, τουλάχιστον στις ειρηνικές ώρες της, ο Μπομπ Ντίλαν έσμιξε με τον Μίκη Θεοδωράκη, την ελληνική ροκ, με τα «Αγρίμια κι αγριμάκια μου», όχι όμως με τα αντάρτικα της Κατοχής. Οι ήχοι της κρητικής λύρας ακούγονταν ταυτόχρονα με τους κρότους των χειροβομβίδων κρότου-λάμψης, ενώ ακόμα και οι άγγελοι του γνωστού νησιώτικου τραγουδιού πέταξαν μακριά από «του Αιγαίου τα νερά» και φτερούγισαν πάνω από την πλατεία των καπνών και των δακρύων. Αν και αρκετοί νέοι τραγουδοποιοί έδωσαν το «παρών» στις συναυλίες της πλατείας, τα περισσότερα τραγούδια είχαν κάποιες δεκαετίες στη ράχη τους, σημάδι ότι η νέα εποχή δεν έχει ακόμα βρει τους βάρδους της. Εκτός από το πολιτικό, υπάρχει και μελωδικό έλλειμμα κι έτσι τη θέση του τραγουδιού την παίρνει η κραυγή.

Τα τραγούδια δεν είναι ιδιοκτησία ούτε των κομμάτων ούτε των εταιρειών και, από μια άποψη, ούτε καν των δημιουργών ή των κληρονόμων τους. Επίσης είναι αυτονόητο ότι τα αληθινά τραγούδια και όχι τα βιομηχανικά σουξέ δεν πεθαίνουν, αλλά επιστρέφουν και αποκτούν νέο νόημα ανάλογα με τον χρόνο και τον χώρο όπου θα ακουστούν, ανάλογα με τα χείλη που θα τα τραγουδήσουν.

Παράξενη αυτή η μάχη του «Ηλιου», ενός ήλιου που οι πρώτοι υμνητές του έχουν εδώ και χρόνια απαρνηθεί… ή μήπως πρώτος αυτός τους απαρνήθηκε;