ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι γράφει ο ξένος Τύπος

Γνωστό στέλεχος της προηγούμενης αμερικανικής κυβέρνησης υποστήριζε την περασμένη εβδομάδα σε ιδιωτική του συνομιλία: «Ο Μπαράκ Ομπάμα πιθανότατα θα κερδίσει και τις εκλογές του 2012». Σύμφωνα δε με τον πρώην συνεργάτη του Τζορτζ Μπους, ο Ομπάμα αξίζει τα εύσημα διότι κατέλαβε με μαεστρία τον μεσαίο χώρο στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό. Ο ίδιος, ωστόσο, αναρωτήθηκε όσον αφορά του λόγους που ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν κατορθώνει να παρουσιάσει τους στόχους και τη γενικότερη φιλοσοφία του ενώπιον των ψηφοφόρων. «Γιατί τις περισσότερες φορές απλώς αντιδρά, αντί να ηγείται»;

Δεδομένων των πλεονεκτημάτων του Ομπάμα, οι σύμβουλοί του έπρεπε ήδη να σκέφτονται όλα αυτά που μπορεί να πετύχει στη δεύτερη θητεία του. Αυτό, τουλάχιστον, ισχυρίζεται ο προαναφερόμενος Ρεπουμπλικάνος. «Θα έπρεπε να κάνουν ήδη σχέδια επί χάρτου, αλλά πάνω απ’ όλα να παρουσιάζουν στην αμερικανική κοινή γνώμη το όραμά του», πρόσθεσε. Αντ’ αυτού, βέβαια, οι άνθρωποι του προέδρου αναλώνονται στο να αποκρούουν καθημερινά τις διάφορες κατηγορίες σε βάρος της πολιτικής του. Η κρίση γύρω από το όριο δανεισμού του Δημοσίου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης να ακολουθεί αντί να ηγείται. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2010, ο Λευκός Οίκος διατηρούσε αποστάσεις από τις προτάσεις για τη μείωση του ελλείμματος και όταν τελικά υποχρεώθηκε να τοποθετηθεί το έπραξε διά στόματος του αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν. Ενας κυβερνητικός αξιωματούχος μού εκμυστηρεύτηκε κατά τρόπο ωμό πέρυσι ότι το πολιτικό κόστος της παρουσίασης των προτάσεων για το έλλειμμα τόσο νωρίς θα ήταν μεγάλο.

Ετσι, λοιπόν, ο Ομπάμα περίμενε. Η ιδέες του, τώρα που έγιναν επιτέλους γνωστές στην κοινή γνώμη, μοιάζουν βάσιμες. Αντί, ωστόσο, να συσπειρώσει τη χώρα γύρω από το όραμα της αναμόρφωσης του συστήματος πρόνοιας και του φορολογικού συστήματος, φαντάζει ως ένας άνδρας που άγεται και φέρεται. Οι Ρεπουμπλικανοί μοιάζουν οι κακοί, αλλά και ο Ομπάμα δεν φαίνεται πολύ καλύτερος.

Αυτό το έλλειμμα στην επικοινωνία είναι ορατό και στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Ο Ομπάμα μπορεί να έχει ένα όραμα για την παραμονή των Αμερικανών στρατιωτών στο Αφγανιστάν μέχρι το 2014, αλλά δεν το επικοινωνεί καθόλου καλά. Αυτός είναι ο δικός του πόλεμος, κι όμως τον προσεγγίζει με διστακτικότητα και ασαφείς όρους. Δίνει την ίδια έμφαση στην απόσυρση των στρατευμάτων και στην παραμονή τους, γεγονός που, αν μη τι άλλο, μπερδεύει την κοινή γνώμη.

Το ίδιο ισχύει και για την Αραβική Ανοιξη. Η πολιτική του ήταν σε γενικές γραμμές η πρέπουσα. Η στρατηγική των ΗΠΑ αποτελεί ένα ισορροπημένο αμάλγαμα πραγματισμού και αρχών. Η Αμερική υποστηρίζει τα κινήματα υπέρ της δημοκρατίας στα αυταρχικά καθεστώτα της Τυνησίας, της Αιγύπτου, της Υεμένης και της Συρίας. Παράλληλα, όμως, σέβεται τις συντηρητικές παραδόσεις των φιλοδυτικών μοναρχιών, όπως η Ιορδανία, η Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν, το Μαρόκο, το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι περίπλοκος, πρέπει όμως να καταβληθεί προσπάθεια προκειμένου να εξηγηθεί.

Η επιφυλακτικότητα με την οποία ο Λευκός Οίκος αντιμετωπίζει τη Συρία, επίσης, είναι κατανοητή. Στόχος είναι η μετάβαση σε μια νέα, δημοκρατική Συρία, δίχως όμως να προκληθεί ένας εμφύλιος πόλεμος που στην προκειμένη περίπτωση θα είναι χειρότερος από εκείνον στο Ιράκ. Η αμερικανική κυβέρνηση αύξησε την πίεση προς το καθεστώς Ασαντ στέλνοντας τον πρέσβη Ρόμπερτ Φορντ στη Χάμα. Το μήνυμα ήταν σαφές: Αυτή τη φορά σας παρακολουθεί όλος ο κόσμος. Πιστεύω ότι όσοι θεωρούν πως ο Ομπάμα πρέπει να ανεβάσει κι άλλο τους τόνους της αντιπαράθεσης με το καθεστώς σφάλλουν. Από την άλλη, ωστόσο, οφείλει να εξηγήσει το όραμα της μετάβασης στη δημοκρατία και να συνεργαστεί με τη συριακή αντιπολίτευση για την επίτευξή του κατά τρόπο ειρηνικό.

Ο κόσμος στρέφεται προς τις ΗΠΑ σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς. Ξένες κυβερνήσεις και ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου ζητούν από τον Αμερικανό πρόεδρο ένα ξεκάθαρο πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθούν. Αντ’ αυτού, όμως, λαμβάνουν σιγή.

Την περασμένη εβδομάδα είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω από κοντά στο πλαίσιο συνδιάσκεψης στο Αϊνταχο, δύο ανθρώπους που έχουν αναπτύξει το χάρισμα της επικοινωνίας στο έπακρο: Τη διάσημη Οπρα Ουίνφρεϊ και τον κυβερνήτη του Νιου Τζέρσεϊ, Κρις Κρίστι. Ο τελευταίος είναι ο ορισμός του αντί – Ομπάμα. Είναι ευτραφής, αλλά δείχνει να μην τον απασχολεί ιδιαίτερα και επιπλέον είναι αφοπλιστικά ευθύς. Ο Κρίστι είναι το «αγαπημένο παιδί» του Πάρτι Τσαγιού, αλλά έχω ακούσει και Δημοκρατικούς να εκφράζονται γι’ αυτόν με κολακευτικά λόγια. Ο Κρίστι θα είναι ένας «τρομερός και φοβερός» υποψήφιος αν ποτέ αποφασίσει να διεκδικήσει την προεδρία.

Η κυβέρνηση Ομπάμα είναι τυχερή που βρίσκει απέναντί της μια πραγματικά ανεύθυνη ρεπουμπλικανική αντιπολίτευση. Είναι βέβαιο ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα πληρώσουν αργά ή γρήγορα για την απερίσκεπτη στάση τους. Ο πρόεδρος, ωστόσο, οφείλει να αρχίσει επιτέλους να συμπεριφέρεται σαν πραγματικός μαχητής και ηγέτης, αντί για σάκος του μποξ.

*Ο κ. David Ignatius είναι αρθρογράφος της Washington Post.