ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανάγκη μεταρρύθμισης των πανεπιστημίων

Το νομοθετικό κείμενο που αφορά την ανώτατη εκπαίδευση κατατέθηκε πρόσφατα στη Βουλή και συζητήθηκε ήδη στην επιτροπή μορφωτικών υποθέσεων. Θεωρώ χρήσιμη μια πρώτη κριτική ανάγνωση.

Το κείμενο εστιάζει κατ’ αρχήν στην αλλαγή της ακαδημαϊκής-διοικητικής διάρθρωσης με στόχο την πιο αποτελεσματική διοίκηση. Αυτό επιχειρείται με διάφορους τρόπους: (i) με την κατάργηση αρκετών από τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό των υφισταμένων συλλογικών και μονοπρόσωπων οργάνων διοίκησης (π.χ. τομείς, διευθυντές τομέων, διοικητικά συμβούλια τμημάτων), (ii) με την ανάδειξη της Σχολής ως της στοιχειώδους διοικητικής οντότητας και της διατήρησης του Τμήματος ως της στοιχειώδους ακαδημαϊκής μονάδας, που θα έχει ως συνέπεια τη συνένωση των γραμματειών των Τμημάτων στις ευρύτερες γραμματείες των Σχολών και επομένως τη βελτίωση της ποιότητας της διοικητικής υποστήριξης και οικονομίες κλίμακας, (iii) με την καθιέρωση της Σχολής Μεταπτυχιακών Σπουδών, (iv) με τη θέσπιση ΝΠΙΔ για την πιο αποτελεσματική διαχείριση των κονδυλίων έρευνας και της περιουσίας των ιδρυμάτων κ.ά. Επιπλέον το σχέδιο νόμου προβλέπει τη διαμόρφωση οργανισμών και εσωτερικών κανονισμών που θα αναδεικνύουν την ιδιαιτερότητα των ιδρυμάτων.

Μια πολύ κρίσιμη ρύθμιση αποτελεί ασφαλώς η εισαγωγή του Συμβουλίου στα ελληνικά ΑΕΙ. Η εμπλοκή των εξωτερικών μελών ίσως ξενίζει, αν και αποτελεί τη συνηθισμένη πρακτική σε πολλές χώρες με προηγμένους ακαδημαϊκούς θεσμούς. Κατά την άποψή μου το κρίσιμο σημείο είναι η ποιότητα των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου. Το νομοθετικό κείμενο προβλέπει ότι «τα προσόντα για την εκλογή εξωτερικού μέλους είναι η ευρεία αναγνώριση του υποψηφίου στην επιστήμη, στα γράμματα ή τις τέχνες, η διάκρισή του στην κοινωνική, οικονομική ή πολιτιστική ζωή σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο και η γνώση και εμπειρία από θέσεις ευθύνης». Ταυτόχρονα τα εξωτερικά μέλη εκλέγονται τουλάχιστον με την υποστήριξη των 2/3 των εσωτερικών μελών. Αυτές οι πρόνοιες στοχεύουν προφανώς στην επιλογή εξωτερικών μελών με αυξημένο κύρος. Είμαι βέβαιος ότι τα ιδρύματα θα επιλέξουν προσωπικότητες υψηλού κύρους και ευρείας αποδοχής.

Το σχέδιο νόμου στοχεύει επίσης στη βελτίωση της ποιότητας των διαδικασιών ανάδειξης του ακαδημαϊκού προσωπικού και επομένως του διδακτικού και ερευνητικού έργου. Αυτό πρωτίστως επιδιώκεται: (i) με την ευθυγράμμιση του αριθμού των καθηγητικών βαθμίδων με τα διεθνώς κρατούντα και την ταυτόχρονη καθιέρωση του θεσμού των εντεταλμένων διδασκαλίας (στους οποίους θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να ανατίθενται και ερευνητικά καθήκοντα), (ii) με την καθιέρωση πιο αξιοκρατικών διαδικασιών τόσο για την απόκτηση του τίτλου του Διδάκτορα (με τον διαχωρισμό της κρίσης της Διατριβής από την επίβλεψή της) όσο και για την κατάληψη ακαδημαϊκής θέσης (τήρηση πινάκων εν δυνάμει εσωτερικών και εξωτερικών εκλεκτόρων, διεθνής συμμετοχή κ.ά.), (iii) με την περιοδική αξιολόγηση του μόνιμου διδακτικού προσωπικού και των ακαδημαϊκών μονάδων γενικότερα (το τελευταίο γίνεται και τώρα αλλά θα πρέπει να ενισχυθεί) και (iv) με ρυθμίσεις εξορθολογισμού των σπουδών (π.χ. καθιέρωση χρονικών ορίων, του συνηγόρου του φοιτητή, ανάρτηση στο Διαδίκτυο των διαφανειών και των σημειώσεων των διδασκόντων, εμπλουτισμός των βιβλιοθηκών με πανεπιστημιακά συγγράμματα κ.ά.).

Συμπερασματικά το νομοθετικό κείμενο φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα συστηματικής εργασίας που έλαβε χώρα κατά το τελευταίο στάδιο πολύμηνου διαλόγου σε διάφορα φόρα. Με αυτό επιχειρείται, πραγματικά, μια ριζική νομοθετική τομή. Το κείμενο είναι όντως περιεκτικό με εσωτερική συνοχή, προπάντων αυτοτελές, με αποτέλεσμα να καταργεί την ογκώδη και διάσπαρτη νομοθεσία που αφορά τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Στοχεύει στη διόρθωση στρεβλώσεων, στην ενίσχυση νησίδων αριστείας και ευρύτερων περιοχών ακαδημαϊκής συνέπειας, ενώ ενσωματώνει τη διεθνή πρακτική και σύγχρονες εξελίξεις στο πεδίο της διοίκησης των ΑΕΙ.

Κλείνοντας θα ήθελα να ευχηθώ το σχέδιο νόμου να υποστηριχθεί από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας και των πολιτικών δυνάμεων και μετά τις αναγκαίες διορθώσεις για κάθε κείμενο με τόσο μεγάλη έκταση να γίνει νόμος του κράτους.

* Ο κ. Λυκουργιώτης είναι πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών και πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας.