ΑΠΟΨΕΙΣ

Αποχαιρετισμός στον Σπύρο Μπουκάλα, 20 ετών – συμμετοχή στο πένθος από την οικογένεια της «Κ»

Στο πύρινο κάτοπτρο του αυγουστιάτικου ήλιου, πριν να γείρει στη δύση, άναψε η φλόγα της αδόκητης απώλειας ενός νέου, του Σπύρου Μπουκάλα, που στα 20 του χρόνια έχασε τη ζωή του, περνώντας από το παρόν, και το μέλλον που ξανοιγόταν μπροστά του, στο σκοτάδι – όπου δεν ανήκε, δεν είχε καμία θέση, ούτε αυτός ούτε τα όνειρά του. Κι άφησε πίσω του, συντετριμμένους από τον πόνο, πατέρα, μητέρα, αδέλφια, τη γιαγιά που τον νανούριζε και τους θείους, τ’ ανίψια, τα ξαδέλφια, μια αγαπημένη ελληνική οικογένεια. Σφιχταγκαλιασμένα, με τα δάκρυα να κυλούν στις παρειές, με βουβό πένθος, που κρατούσε το ίσο στο κλάμα της ασπρόμαλλης γιαγιάς, τα μέλη της ελληνικής οικογένειας κήδεψαν, όπως θέλει η Ορθοδοξία, τον Σπύρο τους, το νιο βλαστάρι του δέντρου της ζωής τους. Κι εκείνοι -πατέρας, μητέρα, θείοι- σάλευαν σαν τις ρίζες που βρέθηκαν, ξαφνικά, έξω από το χώμα, αλλά γνωρίζουν πως πρέπει ν’ αντέξουν. Κήδεψαν, με την αρχαία έννοια του όρου, μερίμνησαν πλαισιώνοντας με την αγάπη και τον πόνο τους τον όμορφο, αγνό νέο, που δεν είχε τίποτα να του συχωρέσει κανείς, ούτε Θεός ούτε άνθρωπος. Και δεν του έπρεπε να πορευθεί σε Μακαρία Οδό – με τη μηχανή του πήγαινε όταν τον συνάντησε το μοιραίο τροχαίο… Τίποτα δεν είναι πιο κοντά στο δημοτικό τραγούδι από τον πόνο της μάνας, της αδελφής στη λειτουργία του αποχαιρετισμού. Ενας σταυρός από λευκά λουλούδια πάνω στο φέρετρο, με λευκά κρίνα και μπουμπούκια τριανταφυλλιάς στολισμένη η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων του Α΄ Νεκροταφείου Αθηνών, με τον ιεροκήρυκα του Μητροπολιτικού Ναού, πατέρα Χρυσόστομο, που τέλεσε τη νεκρώσιμο ακολουθία στην κατανυκτική ατμόσφαιρα των ψαλμών. Με τα αναφιλητά των νέων παιδιών, συμφοιτητών και φίλων παιδικών του Σπύρου Μπουκάλα, που έφυγε ξαφνικά, πρόωρα από τη συντροφιά και τα σχέδιά τους… Κράτησε ο πατέρας Παντελής, πλάτανος γυρτός. Ανοιξε την αγκαλιά του και χώρεσε σφιχτά την κόρη Κατερίνα και τη μητέρα Σάσα, με το βαρύ και άλαλο θεσσαλικό πένθος – στα Αμπελάκια θα χτύπησαν οι καμπάνες για τον χαμό του εγγονού τού Αντώνη Καρκαγιάννη… Ολη η οικογένεια της «Καθημερινής» ήταν εκεί για να συμπαρασταθεί στο πένθος των συναδέλφων τους Παντελή και Σάσας. Γεμάτη η εκκλησιά και μακριά η σειρά των κλειστών προσώπων και των σφιγμένων χειλιών που ακολούθησαν τη σορό του νέου που αποχαιρετούσε τον ήλιο. Η ευρύτερη δημοσιογραφική οικογένεια ήταν, επίσης, εκεί. Ολο λευκά κρίνα το στεφάνι της «Καθημερινής», κι η παρουσία όλων των συναδέλφων για τον Παντελή και τη Σάσα, ήταν μια ζεστή αγκαλιά συμπαράστασης. Το «όχι», κραυγή, θρυμμάτισε το απόγευμα, όταν το φέρετρο κατέβηκε στον ανοιχτό τάφο. Ας έκαιγε ο ήλιος, η μοναξιά περόνιαζε αυγουστιάτικα…