ΑΠΟΨΕΙΣ

Για τον φίλο Νίκο

Οι λέξεις έχουν κι αυτές τα όριά τους, που διαγράφονται απ’ τη χαμένη σημασία τους, όταν η χρήση και η κατάχρησή τους, τους την έχει στερήσει. Και τώρα που η θλιβερή ανάγκη το έφερε να μιλήσω για τον αγαπημένο φίλο Νίκο, πώς να τους ξαναδώσω, αλήθεια, το αυθεντικό τους νόημα, πώς να μεταδώσω στον αναγνώστη, μέσα από τους στερεότυπους μηχανισμούς της γλώσσας, την πραγματική σχέση τους με τους μαιάνδρους της σκέψης μου; Με τα πολύπλοκα συναισθήματα που μου έχει προκαλέσει αυτή η άδικη φυγή από τη ζωή; Ζητώ, λοιπόν, την κατανόησή σας όχι για τα όσα θα πω, αλλά γι’ αυτά που μου είναι αδύνατον να μεταφέρω με τα πεπερασμένα μέσα που διαθέτω, της έκφρασης και της μνήμης.

Γνώρισα τον Νίκο Θέμελη σχεδόν από τα πρώτα βήματά του στην Ελλάδα, που συμπίπτουν με την επιστροφή του από το εξωτερικό, αλλά και της πτώσης της δικτατορίας. Μέσα στο εύκρατο κλίμα μιας παρέα φίλων, που συνεργάζονταν στην έκδοση ενός περιοδικού, των «Προσανατολισμών». Και οι ματιές μας συναντήθηκαν από την πρώτη στιγμή, μέσα από μια «αδιαπραγμάτευτη» κοινότητα αντιλήψεων, και ιδιαίτερα μια κοινή πίστη για το μέλλον της Ευρώπης. Ενα μέλλον που εκείνη την εποχή τουλάχιστον συνδεόταν, για εμάς, με μια αταλάντευτη υπερεθνική εξέλιξη, ως τη μόνη λύση επιβίωσης των λαών της στους διεθνείς ανταγωνισμούς, αλλά κι ένα μονόδρομο για την Ελλάδα. Ιδέες που προέκυπταν αβίαστα από τις καθαρές θέσεις του και που εκφέρονταν με πραγματισμό, μετριοπάθεια και πραότητα, θα έλεγα, χωρίς ποτέ ίχνος σχετλιασμού.

Επειτα οι μέρες μας χωρίστηκαν. Για να ξαναβρεθούμε, ουσιαστικά, μέσα στη δεκαετία του ’90, όταν κι οι δύο αναμειχθήκαμε, εκείνος σε πολύ βαθύτερα και αχαρτογράφητα νερά, με τις πολιτικές εξελίξεις της περιόδου. Δεν με εξέπληξε, βέβαια, το γεγονός ότι ήμασταν και πάλι στο ίδιο ιδεολογικό στρατόπεδο. Στρατόπεδο που εξυπηρέτησε με τον γνωστό εξοπλισμό του, της μετριοπάθειας, της πλήρους ανιδιοτέλειας, αλλά και της θαυμαστής ικανότητάς του να ισορροπεί πάνω στο τεντωμένο σκοινί της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Από την κρίσιμη θέση του στρατηγικού σχεδιασμού στο Μαξίμου, πάντοτε πιστός στον Κωνσταντίνο Σημίτη, έδωσε το αποτελεσματικό «παρών» του σε όλες τις δυνατές κατευθύνσεις. Στην εσωτερική πολιτική σκηνή έγινε ο ιμάντας μεταφοράς των πρωθυπουργικών αποφάσεων, με την προστιθέμενη αξία, πολλές φορές, της ίδιας της συμμετοχής του σε αυτές τις αποφάσεις, αλλά και με τον κρίσιμο ρόλο να μεταποιεί τις αδρές γραμμές τους σε εκλεπτυσμένους χειρισμούς, μέσα σε ένα κυβερνητικό σχήμα που πάλευε -όπως παλεύει ακόμα και σήμερα- ανάμεσα σε εξαντλημένα πρότυπα και στα νέα οράματα μιας πραγματικά ευρωπαϊκής Ελλάδας.

Στη διεθνή πολιτική σκηνή έγινε ο καθημερινός εκπρόσωπος -μαζί με τους πολιτικούς προϊσταμένους του- μιας νέας αντίληψης σχέσεων με φίλους και εχθρούς, που ανέτρεπε κατεστημένες αντιλήψεις για τις προτεραιότητές μας, και έδινε νέα πνοή, σηματοδοτούσε απ’ την αρχή διαδικασίες για την προώθηση των εθνικών μας συμφερόντων, πάνω στον καμβά ενός πραγματικού κι όχι πια ψευδεπίγραφου πατριωτισμού. Σε στιγμές, μάλιστα, εξαιρετικά κρίσιμες που συνέπεσαν με τη διεύρυνση της Ευρώπης και τις καίριες ανατροπές στα βόρεια σύνορά μας.

Ανιδιοτέλεια, λοιπόν, επιδεξιότητα στους χειρισμούς, τη λογική ως το βασικό εφόδιό του, ακαμψία απέναντι στις καθημερινές αντιξοότητες, και μια πρωτοφανή ικανότητα εξισορρόπησης των αντιθέσεων μέσα από την πειθώ. Χωρίς ποτέ, παράλληλα, να εγκαταλείψει τον προσωπικό του κόσμο, έτσι όπως εκφράστηκε από το εντυπωσιακό συγγραφικό έργο του, από την εμπνευσμένη ζωγραφική του, από τη θαυμάσια μαγειρική του, αλλά και από τις ανθρώπινες σχέσεις του με φίλους και οικογένεια, που ποτέ δεν υπέστειλε, παρά τον χειμαζόμενο χρόνο του.

Αγαπητέ Νίκο, θα μάθουμε από σήμερα να ζούμε περισσότερο μόνοι, χωρίς εσένα. Με τις ζωογόνες, όμως, μνήμες σου και το παράδειγμά σου. Κάτι που ελπίζω να δώσει θάρρος σε όλους μας, και στη Μαριάννα, να διατρέξουμε τη μακρά πορεία που μας απομένει στην έρημο.