ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι γεωτρήσεις στην Κύπρο

Οι επερχόμενες έρευνες για την εξόρυξη υδρογονανθράκων εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) της Κύπρου δημιουργούν ένα εύφλεκτο γεωπολιτικό σκηνικό με νομικές, πολιτικές και, πρωτίστως, οικονομικές διαστάσεις, στο οποίο πέραν της Τουρκίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, εμπλέκονται επίσης σημαντικοί διεθνείς «παίκτες», όπως το Ισραήλ, οι ΗΠΑ αλλά και η Ε.Ε. Καθώς διακυβεύονται σημαντικά οικονομικά συμφέροντα -οι αρχικοί υπολογισμοί μιλούν για κοιτάσματα αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων- η Αγκυρα διεκδικεί ρόλο στις εξελίξεις, αμφισβητώντας το δικαίωμα της Κύπρου να καθορίσει τη δική της ΑΟΖ και να προβεί σε γεωτρήσεις χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Φθάνει, μάλιστα, στο σημείο να υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις της Λευκωσίας είναι «μονομερείς και παράνομες» και προειδοποιεί πως εάν προχωρήσει η διαδικασία αξιοποίησης των κοιτασμάτων θα επηρεαστούν αρνητικά οι συνομιλίες για το Κυπριακό.

Πρόκειται για μια ιδιότυπη και αξιοπερίεργη επιλεκτική επίκληση της διεθνούς νομιμότητας που δεν πείθει, αν δεν είναι προκλητική, από τη στιγμή που η Αγκυρα, σε αντίθεση με τα 27 μέλη της Ε.Ε. όπως και όλες τις χώρες που διαπραγματεύονται την ένταξή τους στην Ενωση, δεν έχει κυρώσει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Αλλά και σε ό,τι αφορά τις συνομιλίες, οι ενστάσεις της Αγκυρας είναι έωλες, αφού η τουρκοκυπριακή κοινότητα έχει κάθε λόγο να επιθυμεί την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων από την Κυπριακή Δημοκρατία, της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα, κάτι που σημαίνει ότι εάν λυθεί το πολιτικό πρόβλημα θα απολαμβάνει και αυτή σημαντικά οικονομικά οφέλη.

Η νέα σύγκρουση της τουρκικής με την ελληνική πλευρά – πρωτίστως τη Λευκωσία, αλλά εκ των πραγμάτων και την Αθήνα – δεν περιορίζεται στο πολιτικό επίπεδο, αλλά αφορά και μείζονα οικονομικά συμφέροντα. Ο Σεπτέμβριος προδιαγράφεται «θερμός», καθώς η Αγκυρα επιχειρεί να αποτρέψει τη δημιουργία δεδομένων που στη συνέχεια δύσκολα θα μπορούν να ανατραπούν.

Σε αυτή την ευαίσθητη συγκυρία, η αυξανόμενη συνεργασία με το Ισραήλ και η επιλογή της αμερικανικής εταιρείας Noble Energy για την εξόρυξη υδρογονανθράκων ενισχύει την ελληνική και την ελληνοκυπριακή πλευρά. Ταυτόχρονα, η επιδεινούμενη σχέση του Ταγίπ Ερντογάν με το εβραϊκό κράτος, αλλά και οι επανειλημμένες τριβές του Τούρκου πρωθυπουργού με τη Δύση, με αφορμή την αντιμετώπιση του Ιράν, το μέλλον του ΝΑΤΟ κ.ά. έχουν οδηγήσει μεγάλο μέρος του κατεστημένου της Ουάσιγκτον να βλέπει πλέον τη συνεργασία με την Τουρκία περισσότερο ως «αναγκαίο κακό» λόγω της γεωγραφικής της θέσης, παρά ως μια επιθυμητή προνομιακή συνεργασία.

Για δεκαετίες, ελληνικές κυβερνήσεις, τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της Ν.Δ., επέμεναν στη μονομερή υποστήριξη των αραβικών κρατών και μάλιστα αυταρχικών καθεστώτων, με αποκορύφωμα την πλήρη ταύτιση του Ανδρέα Παπανδρέου με τον Γιασέρ Αραφάτ, τη δεκαετία του ’80, η οποία δεν ωφέλησε τη χώρα. Τρεις δεκαετίες αργότερα, η Ελλάδα και η Κύπρος ακολουθούν διαφορετική προσέγγιση, τηρώντας μια ισορροπία μεταξύ των παραδοσιακών δεσμών με τα αραβικά κράτη και της στενής συνεργασίας με το Ισραήλ. Η εκκολαπτόμενη πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή είναι πολιτικά ορθή, εμβαθύνει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ μέσω και της εμπλοκής της Noble Energy στις γεωτρήσεις, και αναδεικνύει τη στρατηγική θέση της Αθήνας και της Λευκωσίας. Ταυτόχρονα, ο διαφαινόμενος ενεργειακός άξονας από τα κοιτάσματα του Ισραήλ και της Κύπρου προς την Ε.Ε., μέσω Ελλάδας, γεννά την προοπτική σημαντικών κερδών σε μια πολύ δύσκολη οικονομική συγκυρία.