ΑΠΟΨΕΙΣ

Αθώος, πλην αφελής

Είναι σίγουρο ότι όταν, στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Οσκαρ Ουάιλντ, αναφερόμενος στη διετή φυλάκισή του για ακολασία έγραφε «οι δύο κρισιμότερες καμπές της ζωής μου ήταν όταν ο πατέρας μου με έστειλε στην Οξφόρδη και όταν η κοινωνία με έστειλε στη φυλακή» («De Ρrofundis»), ούτε μπορούσε να διανοηθεί ότι υπάρχει κάτι πολύ χειρότερο από τη διαπόμπευση: η κατάρρευση και η επανασύνθεση της εικόνας ενός ανθρώπου με ταχύτητα φωτός και αποκλειστικό στόχο τη μεταβολή της αντίληψης των μαζών για το πρόσωπό του.

Είτε ισχύουν είτε όχι οι θεωρίες περί υπηρέτησης αλλότριων οικονομικο-πολιτικών συμφερόντων -που πάντως, ακούγονται πολύ ελκυστικές- στην υπόθεση του Ντομινίκ Στρος-Καν αυτό που δίδαξε η περιπέτειά του είναι η ευκολία με την οποία δύναται να γίνει σκόνη σε πραγματικό τηλεοπτικό χρόνο (κατά κυριολεξία σε ελάχιστα λεπτά) η εικόνα ενός από τους πιο ισχυρούς του πλανήτη. Σε αυτήν την ιστορία, η κλεψύδρα του επικοινωνιακού χρόνου είχε τελειώσει πριν καν ξεκινήσει να πέφτει η άμμος στην κλεψύδρα του δικαστικού χρόνου, επιβεβαιώνοντας, πρώτη φορά τόσο εκκωφαντικά, πόσο ισχυρός παράγων στη λειτουργία της Δικαιοσύνης μπορεί να γίνουν τα μίντια, όταν η υπόθεση προσφέρεται για τη διέγερση εθνικών, κοινωνικών και φυλετικών φαντασιώσεων και πόσο καταλυτικά μπορεί να επιδράσουν στη συλλογική συνείδηση.

Προφανώς, για να διασφαλιστεί ότι θα πετύχει τον επιδιωκόμενο στόχο, η αρχή της περιπέτειας διαδραματίστηκε σε ζωντανή σύνδεση απ’ όλα τα τηλεοπτικά δίκτυα του κόσμου. Με συνεχή προβολή «συγκλονιστικών» εικόνων, κοντινών πλάνων του «άλλοτε ισχυρού άνδρα του ΔΝΤ», όπως μονότονα τον αποκαλούσαν οι δημοσιογράφοι ανά την υφήλιο, με ανατριχιαστικές, ζουμερές λεπτομέρειες του εικαζόμενου, τότε, βιασμού και με μακροσκελείς αναλύσεις για τις συνέπειες της υπόθεσης στις παγκόσμιες οικονομικές ισορροπίες.

Οι τίτλοι τέλους έπεσαν σαν σε μεταμεσονύκτια ταινία… Πέρασαν σχεδόν αθόρυβα μπροστά από τα μάτια των χορτασμένων από το θέαμα τηλεθεατών. Στριμώχθηκαν σε μονόστηλες, κοφτές, στεγνές δημοσιογραφικές αναφορές. Λες και με την απαλλαγή από τις κατηγορίες, το εκπαιδευμένο, πια, φιλοθεάμον κοινό, αλλά και οι σεναριογράφοι της έχασαν ξαφνικά κάθε ενδιαφέρον για την υπόθεση -πλην των Γάλλων που διατηρούν την προσοχή τους στραμμένη προς τα εκεί, για τους δικούς τους, προφανείς λόγους.

Υποστήριξαν κάποιοι ότι η φαντασμαγορική σύλληψη και φυλάκιση του Στρος-Καν υπηρετούσε αποφασιστικά τη δικαίωση ή μάλλον κάτι σαν εκτόνωση των μυριάδων πολιτών αυτής της γης που νιώθουν οργή για την ατιμωρησία των ισχυρών και υπεύθυνων για σειρά σκανδάλων, αλλά και την ανάγκη βελτίωσης της εικόνας των Ηνωμένων Πολιτειών που έπρεπε πάση θυσία να αποδείξουν ότι παρά τις αδυναμίες τους, διαθέτουν ένα κράτος δικαίου που λειτουργεί αδιακρίτως απέναντι σε ισχυρούς και ανίσχυρους. Η τραγική ειρωνεία βέβαια είναι ότι η Ουάσιγκτον εν προκειμένω κατόρθωσε το ακριβώς αντίθετο. Να αποδείξει πως η δήθεν πλέον αδιάβλητη Δικαιοσύνη του πλανήτη μπορεί να διασύρει αδίκως και αναιτίως ακόμη και τον επικεφαλής του ΔΝΤ, αν σε αυτήν προσφύγει ακόμη και με αβάσιμες, όπως απεδείχθησαν, κατηγορίες μια καθημερινή καμαριέρα…

Κατά τα λοιπά, πέραν του προφανούς, ότι δηλαδή, αυτή η αντίληψη καμία σχέση δεν έχει με την έννοια του δικαίου (τουλάχιστον με τον τρόπο που αυτή έχει κατακτηθεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο), το τεκμήριο της αθωότητας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε τεκμήριο ενοχής κατά το δοκούν. Ούτε μπορεί η διασημότητα ενός ανθρώπου να του στερεί το τεκμήριο της αθωότητας, επειδή τούτο επιζητούν τα αδηφάγα ΜΜΕ χάριν τηλεθέασης.

Δυστυχώς, στην περίπτωση του Ντομινίκ Στρος-Καν, το πρόβλημα είναι άλλο: ότι η απόδειξη πως η περιβόητη καμαριέρα δεν μπόρεσε να πείσει την αμερικανική δικαιοσύνη για τους ισχυρισμούς της, δεν αρκεί για να τον απαλλάξει από την κατηγορία της αφέλειας με την οποία έπεσε στην παγίδα της ένας τετραπέρατος πολιτικός και πανίσχυρος άνδρας της παγκόσμιας οικονομίας.