ΑΠΟΨΕΙΣ

Για μια ιδέα

Συμβαίνει βαθμιαίως και γι’ αυτό δεν το συνειδητοποιούμε πάντα, αλλά τείνουμε προς την κατάσταση της κοινωνίας πριν από το κοινωνικό συμβόλαιο, όπως γλαφυρότατα την περιγράφει ο Χομπς: μια κοινωνία όπου επικρατεί ο άνευ όρων ανταγωνισμός για την επικράτηση του φυσικού δικαιώματος του καθενός. Γιατί, λοιπόν, να μην τα κάνουν λαμπόγυαλο οι πληγωμένοι οπαδοί του Ολυμπιακού Βόλου, όταν με απόφαση της αρμόδιας επιτροπής της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού η ομάδα τους υποβιβάσθηκε στη Δ΄ Εθνική; (Γεγονός, το οποίο, όσο δυσάρεστο και αν είναι για τους αμέσως εμπλεκομένους, εμμέσως εισφέρει στην πρόοδο της γνώσης, αφού χάρη σε αυτό μάθαμε την ύπαρξη της Δ΄Εθνικής…) Πολύ περισσότερο, γιατί να μην ξεσηκωθούν (έστω ηλιθίως, καταστρέφοντας την πόλη τους) όταν ο ηγέτης τους -δεσμώτης κατά τη σάρκα, αλλά στο πνεύμα αδούλωτος!- ο Αχιλλέας ο Μπέος, διατρανώνει πίσω από της φυλακής τα σίδερα ότι «ο Ολυμπιακός Βόλου είναι ιδέα»; (Θυμίζω ότι, ως «επιστήμη», ο χουλιγκανισμός έχει προ πολλού αναγνωρισθεί, επί εποχής Σαλιαρέλη…)

Το αηδόνι του κάμπου, η Ζήση η Ροδούλα (αντιστρέφω τα ονόματα, για να μου βγει καλύτερο το μέτρο…), η τοπική βουλευτίνα, άνθρωπος χαρωπός και ευαίσθητος με τάση στην καλλιτεχνία, αφουγκράστηκε τον καημό του όχλου των τραμπούκων και δεν άντεξε. Ξέχασε τον θεσμικό της ρόλο ως Β΄ αντιπρόεδρος της Βουλής και παρατάχθηκε, με την καρδιά και τη φωνή της, δίπλα στους ιδεολόγους στα οδοφράγματα. (Κάποιοι λένε ότι είδαν όραμα της Παναγιάς με τη μορφή Ροδούλας να υπερίπταται προστατευτικά, καθώς οι ιδεολόγοι έκαναν έφοδο εναντίον θέσεων των ΜΑΤ…) Ιδού οι λόγοι της σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό: «Ο υποβιβασμός του Ολυμπιακού Βόλου είναι καθαρά πολιτική παρέμβαση. Γίνεται το θύμα για να εξιλεωθεί όλη η παθογένεια του ποδοσφαίρου και της κεντρικής παράγκας. Αυτά που λέγαμε όλες αυτές τις ημέρες, οι υποψίες μας και οι φόβοι μας βγήκαν αληθινοί. […] Καταλαβαίνω την αγανάκτηση του κόσμου, δεν πρέπει η εικόνα μας να δυναμιτίζει το κλίμα. […] Στηρίζουμε την κυβέρνηση, την εξυγίανση, τις καλές πολιτικές και καλές πρακτικές, αλλά δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την παρέμβαση σε μια επιτροπή, που είναι το όργανο της ΓΓΑ. […] Στηρίζω το αυτοδιοίκητο και πιστεύω ότι η απόφαση είναι πολιτική παρέμβαση. Τους έχω πει επανειλημμένως ότι για να σώσετε τις μεγάλες παράγκες νομίζετε ότι θα εξυγιάνετε το ποδόσφαιρο με αυτόν τον τρόπο. Ο κόσμος έχει καταλάβει τι παιχνίδια παίζετε».

Τι κι αν οι διαφορές μεταξύ του Αχ. Μπέου και της Ροδούλας είναι κραυγαλέες; (Λόγου χάριν, το δημιουργικό ενδιαφέρον της Ροδούλας για τη ζωντανή λαϊκή παράδοση προδίδει η ικανότητά της να συντηρεί την αισθητική της παραδοσιακής λατέρνας με πρωτότυπες ενδυματολογικές επιλογές, εν αντιθέσει με τον μινιμαλιστή Μπέο του εφαρμοστού μακό με κοστούμι…) Αυτά όμως δεν σημαίνουν τίποτε μπροστά στις ιδέες. Αλλωστε, τον λόγο του Χριστού τον κήρυξαν ψαράδες, τόσο πολύ πειράζει αν τον «Ολυμπισμό του Βόλου» τον κηρύσσει ο Μπέος;

Αντιλαμβάνομαι, βέβαια, ότι δεν είναι όλοι το ίδιο ευαίσθητοι στη sancta simplicitas της ιδέας για την οποία κάνουμε την κουβέντα. Αντιλαμβάνομαι επίσης ότι η απόσταση δεκάδων χιλιετιών δεν επιτρέπει εύκολα στον σύγχρονο άνθρωπο να μοιράζεται τις ίδιες ιδέες με τον πιθηκάνθρωπο. Εντούτοις όμως, ο Ολυμπιακός Βόλου δεν παύει να είναι ιδέα. Ας είναι και η λάθος ιδέα, δεν πειράζει – διότι «μερικές ιδέες είναι τόσο λάθος, ώστε πρέπει να είναι κανείς πολύ έξυπνος για να τις πιστέψει». Αυτό αποδίδεται στον συγγραφέα Οργουελ και είναι, νομίζω, αυταπόδεικτο: συνέβη στον ίδιο τον Οργουελ με τον κομμουνισμό, δεν θα συμβεί στη Ροδούλα με τον Ολυμπισμό του Βόλου;

Ομως, εκτός από τη γραφική -με την έννοια του φολκλόρ- διάσταση, το θέμα έχει και τη σοβαρή του πλευρά. Ο ισχυρισμός ότι η ομάδα-ιδέα του Βόλου τιμωρείται για να τη γλιτώσουν τα μεγάλα ψάρια κρύβει το παραπειστικό επιχείρημα του μαξιμαλισμού, που έχει διαβρώσει τη νοοτροπία μας και έχει στρώσει τον δρόμο για τη σημερινή ατιμωρησία. Τι νόημα έχει να αποδίδεται δικαιοσύνη για τα ψιλά που κάνουν οι μικροί, όταν ξεφεύγουν οι μεγάλοι που κάνουν τέρατα; Αυτό λέει ο μαξιμαλισμός και το συναντάμε σε πλήθος βλακωδών παραλλαγών, όπως το ισχύον όταν ακόμη η ζωοφιλία δεν ήταν επιταγή του λάιφσταϊλ: «Γιατί να ταΐζεις τα ζώα, όταν στην Αφρική πεθαίνουν παιδάκια;» (Διότι, βρε ηλίθιε, τα παιδάκια είναι στην Αφρική, ενώ ένα πεινασμένο ζώο μπορεί να βρίσκεται μπροστά σου, είναι η απάντηση που αρμόζει…)

Με την ανοχή σε κάτι τέτοια όμως, αυτός ο μαξιμαλισμός στην απόδοση της δικαιοσύνης γίνεται σήμερα αποδεκτός ως πραγματικότητα και από το κράτος και από τους πολίτες. Το βλέπουμε, φέρ’ ειπείν, στην πλήρη αδιαφορία του αστυφύλακα για το μηχανάκι που καβαλάει το πεζοδρόμιο μπροστά στα μάτια του. «Ελα μωρέ! Αυτό σε μάρανε;», ίσως πείτε. Ομως κάπως έτσι δεχθήκαμε τον υποβιβασμό της ποιότητας στην καθημερινότητά μας και φθάσαμε να θεωρούμε φυσιολογική την ανέμελη ύπαρξη των δικύκλων ανάμεσά μας στα πεζοδρόμια. Κάποτε πρέπει να σταματήσει η ανοχή στην ανομία και από κάπου πρέπει να γίνει η αρχή. Πώς; Κάνοντας ό,τι έκανε και ο Γερουλάνος με τον υποβιβασμό των δύο ομάδων: ξεκινώντας δηλαδή από ό,τι έχει ο καθένας μπροστά του. Μόνον έτσι και με την προϋπόθεση ότι η προσπάθεια δεν θα μείνει στην αρχή…

Η άχαρη ζωή…

«Γράψε, Χάρη». Δεν θα ξανακούσει αυτές τις λέξεις ο σοφός Παμπούκιος. Ούτε ως εντολή από τον πρωθυπουργό ούτε ως προσωνύμιο που του είχαν κολλήσει κάποιοι «συνάδελφοί» του στην κυβέρνηση, όταν στη διάρκεια μιας σύσκεψης ο Γιώργος, χωρίς καν να κοιτάξει τον υπουργό του για τις μεγάλες επενδύσεις, του είπε: «Γράψε, Χάρη». Ασφαλώς, το γεγονός ότι ο Γιώργος κάποτε μίλησε έτσι στον Χάρη δείχνει απλώς τη γνήσια και ανυπόκριτη οικειότητα μεταξύ των δύο φίλων, όπως το δείχνει εξάλλου και πλήθος άλλων, παρόμοιας δομής και τόνου, καθημερινών προσταγών, π.χ. «έλα ‘δώ, ρε μεγάλε», «πιάσε ένα φραπέ», «βούλωσ’ το» κ.ά. Αλλά, βλέπετε, ήταν αυτό ακριβώς το βάθος της σχέσης που ζήλευαν οι εχθροί του Χάρη και τον έφαγαν στο τέλος. Και, πάντως, γίνεται φανερό ότι για τον σοφό Παμπούκιο η παραίτηση δεν ήταν μόνον πράξη πολιτικής αξιοπρέπειας, αλλά και προσωπικής…

Ο τέταρτος γύρος;

Αυτό που συνέβη την περασμένη εβδομάδα, με την υπερψήφιση του νόμου-πλαισίου για τα ΑΕΙ από ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ΛΑΟΣ και ΔΗΣΥ, ισοδυναμεί με την απελευθέρωση των πανεπιστημίων και την προσάρτησή τους στην ελληνική επικράτεια, ύστερα από τριάντα χρόνια κομμουνιστικής κατοχής. Ολα αυτά, βέβαια, υπό την προϋπόθεση ότι ο αστικός κόσμος θα κερδίσει και τον τέταρτο γύρο που προετοιμάζει η Αριστερά…