ΑΠΟΨΕΙΣ

Σταθερότητα στην εξωτερική πολιτική

Στους έξι μήνες που είχα την τιμή να ηγηθώ της ελληνικής διπλωματίας, μία ήταν η κορυφαία προτεραιότητα. Σε ένα περιβάλλον μεγάλης ρευστότητας, μέσα και έξω από τη χώρα, ήταν απαραίτητο να διασφαλισθεί η ομαλότητα, η σταθερότητα και η προάσπιση των θέσεων της Ελλάδας.

Πρώτο καθήκον, η διαχείριση της απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για την προσφυγή των Σκοπίων εναντίον μας. Η Ελλάδα πέτυχε τους αντικειμενικούς της σκοπούς: η διεθνής κοινότητα αξιολόγησε την Απόφαση ως προτροπή στις δύο χώρες να προσηλωθούν στη διαπραγματευτική διαδικασία υπό τον ΟΗΕ. Αυτό ακριβώς που ζητάει και η Ελλάδα. Ως εκ τούτου, τον περασμένο Δεκέμβριο, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, οι σύνοδοι των ΥΠΕΞ της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του ΝΑΤΟ, επιβεβαίωσαν με ομόφωνες αποφάσεις τις σταθερές θέσεις τους, ότι η πόρτα για τα Σκόπια είναι ανοιχτή, εφόσον εκπληρώσουν όλες τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από τους δύο Οργανισμούς. Εν όψει της συνόδου κορυφής του Σικάγου έγινε καλή προετοιμασία, ώστε τα αποτελέσματα για την Ελλάδα να είναι θετικά. Και θα είναι, όπως φάνηκε και από τη δήλωση που έκανε προχθές ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, ότι η απόφαση του Βουκουρεστίου παραμένει αμετάβλητη και ισχύει.

Υπήρξαν, όμως, σημαντικές εξελίξεις και στα άλλα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής. Στο Κυπριακό, σταθήκαμε στο πλάι της Κυπριακής Δημοκρατίας, πετυχαίνοντας να μην αλλοιωθούν οι βασικοί άξονες της διαπραγματευτικής διαδικασίας στο πλαίσιο του ΟΗΕ, παρά τις πιέσεις της τουρκικής πλευράς να τεθούν τεχνητά χρονοδιαγράμματα. Προχώρησε η συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου σε ενεργειακά θέματα και άνοιξαν προοπτικές ευρύτερων συνεργασιών και με άλλες χώρες για τη μεταφορά ενεργειακών πόρων από την Ανατολική Μεσόγειο προς την Ευρώπη.

Στις σχέσεις με την Τουρκία τηρήθηκε ξεκάθαρη στάση: επιδίωξη βελτίωσης των διμερών σχέσεων και πρόοδος της ενταξιακής της προοπτικής στην Ευρωπαϊκή Ενωση, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι η Τουρκία θα σεβαστεί το Διεθνές Δίκαιο και την εθνική κυριαρχία της Ελλάδας. Καταστήσαμε σαφές ότι η σημερινή συγκυρία δεν επηρεάζει τις πάγιες θέσεις μας, ούτε την αποφασιστικότητά μας να προασπίσουμε το εθνικό συμφέρον.

Κατά την αξιολόγηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στο Συμβούλιο Υπουργών της Ε.Ε., πετύχαμε να καταδικασθούν συμπεριφορές που δεν συνάδουν με τις αρχές καλής γειτονίας. Ακόμα πιο σημαντικό, επετεύχθη ειδική αναφορά στα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών που προβλέπονται από το Δίκαιο της Θάλασσας, συμπεριλαμβανομένης της εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των φυσικών τους πόρων στις θαλάσσιες ζώνες (υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ κ.ά.), κατοχυρώνοντας πλήρως τις θέσεις Ελλάδας και Κύπρου.

Οι εξελίξεις στον αραβικό κόσμο απαίτησαν λεπτούς χειρισμούς. Καλλιεργήσαμε τις σχέσεις με τις μεταβατικές ή τις νέες κυβερνήσεις. Μάλιστα, με τη Λιβύη και την Αίγυπτο μιλήσαμε και για την ανάγκη προόδου στις διαπραγματεύσεις οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Ως προς τη Συρία ανοίξαμε διαύλους επικοινωνίας με τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης και ταυτόχρονα υποστηρίξαμε ενεργά τις προσπάθειες του ΟΗΕ.

Ζωτικής σημασίας για την εθνική οικονομία ήταν και το θέμα της ομαλής τροφοδοσίας της χώρας με πετρέλαιο. Στο Συμβούλιο των Υπουργών της Ε.Ε. η Ελλάδα κατόρθωσε να αποσπάσει εξαίρεση από την επιβολή απαγόρευσης αγοράς ιρανικού πετρελαίου στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης μέχρι την 1η Ιουλίου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους αρμόδιους φορείς στην Ελλάδα να βρουν εναλλακτικές. Το ίδιο επετεύχθη και ως προς τις αμερικανικές κυρώσεις. Με βάση τα δεδομένα σε διεθνές επίπεδο, το αποτέλεσμα αυτό δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε αυτονόητο.

Ταυτόχρονα, δόθηκε έμφαση στην προσπάθεια ενίσχυσης του τουρισμού. Εγιναν πολλές συναντήσεις με τους φορείς της τουριστικής βιομηχανίας της χώρας, ώστε να εντοπισθούν και να υλοποιηθούν μέτρα για την υποστήριξη των προσπαθειών τους. Δόθηκαν οδηγίες προς όλες τις Αρχές μας στο εξωτερικό, να εξαντλήσουν όλη την ευελιξία και τα περιθώρια που δίνει η κοινοτική νομοθεσία, ώστε να απλοποιηθεί και να επιταχυνθεί η διαδικασία χορήγησης θεωρήσεων, αλλά και να αξιοποιηθεί η πρακτική των visa centers, ιδίως στις αγορές που αποτελούν προτεραιότητα για τη χώρα μας.

Πεποίθησή μου είναι ότι η αποστολή του υπουργείου Εξωτερικών είναι ζωτικής σημασίας για τα συμφέροντα της χώρας. Οι Ελληνες διπλωμάτες και τα υπόλοιπα στελέχη του υπουργείου πρέπει να έχουν τα μέσα για να εκπληρώσουν αυτή την υψηλή αποστολή, που συνδέεται άμεσα με την εικόνα της Ελλάδας και τη διεθνή επιρροή της. Παρά τη δύσκολη συγκυρία, κάποια από τα προβλήματα, που προκάλεσε η οριζόντια εφαρμογή μέτρων την προηγούμενη διετία, αντιμετωπίσθηκαν. Και το πιο σημαντικό: διαφυλάχθηκε η σταθερότητα και η συνέχεια στην εξωτερική μας πολιτική.

* Ο κ. Σταύρος Δήμας, είναι πρώην υπουργός Εξωτερικών, αντιπρόεδρος της Ν.Δ.